Archive für Februar 2007

Κιτς - so wollen es doch alle - Kitsch auf griechisch, begleitend zu meinem Artikel in telepolis

Μα έτσι το θέλουν όλοι….. ή μήπως όχι;

«Κυρίες και κύριοι, απόψε στο πρόγραμμα μας έχουμε την

χαρά να σας παρουσιάσουμε την τελευταία λέξη της μόδας,

της Νέας Ελλάδας το αληθινά ασύδοτο, σαρωτικό,

ακατονόμαστο κιτς, σε όλο του το μεγαλείο!»

Τι είναι αυτό το δυναμικό και βάρβαρο κιτς που κατέκτησε την Ελληνική

μουσική την έκανε κομμάτια και θρύψαλα, την έκοψε σε φέτες

κατακρεουργώντας κάθε ίχνος αισθητικής της και μας την παραδίδει

καθημερινά σε κονσέρβες με την γνωστή ετικέτα

«Αυτό πουλάει – φάτε το!»

Ανοίξτε ραδιόφωνα, ανοίξτε τηλεοράσεις, κι αν δεν έχετε ούτε ραδιόφωνο,

ούτε τηλεόραση, δεν πειράζει καθόλου.

Απλά βγείτε έξω από το σπίτι σας και στο πρώτο μποτιλιάρισμα που

θα συναντήσετε απολαύστε το μέσα από την μουσική ηχορύπανση των

Νεοελλήνων από τα διπλανά αυτοκίνητα!

Θα το ακούσετε επίσης, να σκούζει να ουρλιάζει επίμονα μες τα αυτιά

σας από τα γειτονικά σας σπίτια ή και στα καταστήματα που

επισκέπτεστε για τις αναγκαίες αγορές σας.

Μην δοκιμάσετε να το αποφύγετε, γιατί όπου και να πάτε θα σας

ακολουθεί!

«Είχα καρδιά μεγάλη σαν υφήλιος

κι εσύ τη χώρισες σαν εμφύλιος»

«Τη μπετονιέρα μην παρεξηγάς

γιατί αυτή σου δίνει για να φας»

«Από το μασαζ στη γιόγκα ,

κι απ’ τη γιόγκα στο μασάζ

σου το λέω και σου το ‘πα

το στραβό κορμί δε σαζ…»

Στην εποχή της λακκούβας και του καμπριολέ το κιτς είναι πανταχού παρών.

Το κιτς τραγουδάει, χορεύει, παίζει στο θέατρο, κατοικεί στην τηλεόραση. Το

κιτς μπήκε στην ζωή μας σαν στάση ζωής και κυριαρχεί. Ή Αγγλιστί «Kitsch

rules (το κιτς μας κυβερνά)!!!

Ανάμεσα από μια πληθώρα παρομοίοτυπων εκπομπών των ΜΜΕ που

προπαγανδίζουν το κιτς, όλο και βλέπουμε αναλαμπές στις οποίες

εμφανίζεται κριτική στην κιτσοκρατεία. Ακόμη λιγότερες είναι οι εκπομπές στις

οποίες ονομάζεται ουσιαστικά το τι είναι αυτό το κιτς που λέμε και ξανάλεμε.

Η λέξη «Kitsch» είναι Γερμανική λέξη Βαυαρικής διαλέκτου που βγαίνει από

την ιδιωματική έκφραση kitschen και σημαίνει βάφω, πασαλείβω, μαζεύω με

σκούπα ακαθαρσίες. Χρησιμοποιείται από τα μέσα του 19ου αιώνα αρχικά στο

Μόναχο για την περιγραφή κακής τέχνης.

Έγινε επίθετο και συνώνυμο της φτήνιας, της κακογουστιάς, έννοια και

ορολογία της κακοτεχνίας των Δυτικών της ευτέλειας που ισοπεδώνει τα

πάντα στον βωμό της νέας τάξης πραγμάτων, δηλαδή της

παγκοσμιοποίησης.

Στην αντίληψη των ανθρώπων της τέχνης υπάρχουν δύο μορφές του κιτς. Μια

καθοδηγούμενη, ενοχλητική και εμπορική, και μια άλλη που αντιμετωπίζεται

με περισσότερα ελαφρυντικά.

Ποιος μπορεί να κατακρίνει τη πολύχρωμη Ανατολή, την Ινδία, το Πακιστάν ή

την Κίνα; Δεν είναι κιτς η παράδοση του πολιτισμού των λαών. Το μωσαϊκό

των διαφορετικών πολιτισμών διευρύνει τον ορίζοντα μας.

Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του κιτς και της τέχνης είναι μερικές φορές

πολύ λεπτή. Ειδικά στην μουσική.

Άλλωστε και στην πατρίδα μας υπάρχουν πολύμορφες εκφράσεις της

μουσικής. Δεν τίθεται το θέμα διαφορετικών προτιμήσεων στην μουσική.

Επίσης λίγους ενοχλεί μια ειδική περίπτωση, όπως του κλαρινίστα Γιώργου

Μάγκα που ενώ κάθε του εμφάνιση είναι απίστευτα παραφορτωμένη είναι

τόσο συμπαθής και ειλικρινής όταν παίζει την μουσική του. Ο ψυχισμός που

βγάζει δηλώνει πως αυτό που κάνει δεν του το υπέδειξε κανείς, παρά η

εσωτερική του ανάγκη να μοιάζει με Ινδό.

Πως ηχεί όμως ένας στίχος σαν τον ακόλουθο:

«Μεγάλε, είσαι ο πρώτος Μεγάλε (Μεγάλε),

μετά από σένα το Χάος (Μεγάλε),

μετά το Χάος πάλι εσύ…»

Τι ήθελε να μας πει ο καλλιτέχνης; Ο Γιάννης Φλωρινιώτης, άλλοτε

τραγουδιστής παραδοσιακών Ποντιακών τραγουδιών σίγουρα ανήκει στην

κατηγορία του κιτς. Που να ακούσετε και την μελωδία!

Όπως και το ακόλουθο δείγμα,

Στα βράχια της Αλόννησου

βρήκα το παντελόνι σου,

στην όμορφη Καστέλλα

σορτσάκι και φανέλα,

στα όμορφα τα Γιάννενα

παπούτσια βρήκα πάνινα

και στη κεφάτη Πάτρα

τη κόκκινη γραβάτα.

Βρήκα μέσα στη Λάρισα

τη ζώνη που σου χάρισα

και στη Θεσσαλονίκη

το ένα σου μανίκι,

στα τείχη του Ηρακλείου

βρήκα γυαλιά ηλίου

και τα ξυριστικά σου

στα ανοιχτά της Κάσου.

Κάτι καφέ καστόρινα

τα βρήκα μες στη Φλώρινα

κι ένα μπλουζάκι Polo

σε ουζερί στο Βόλο!

Το βαθυστόχαστο άσμα κλείνει με:

Και μου ‘ρχεται ζαλάδα να ξέρω πως γυρίζεις

γυμνός μες στην Ελλάδα και να με βασανίζεις. (δις)

Τάδε έφη Σαρρή εν δράσει στο «Γυμνός στην Ελλάδα»

Είναι αλήθεια αυτό που θέλει το κοινό; Εσάς σας αρέσει; Η μήπως είστε κι

εσείς από κάποιους τελευταίους ανησυχούντες και χορτάσατε ή αηδιάσατε

από την κονσέρβα της κιτσοπατάτας;

Διότι οι αυτοαποκαλούμενοι ειδικοί των κριτικών επιτροπών και των καναλιών

καλύπτονται πίσω από το:

«Αυτά θέλει ο κόσμος…. αυτό πουλάει».

Έτσι μας λένε προσπαθώντας να μας πείσουν ότι ένα μεγάλο μέρος της

Ελληνικής μουσικής που έχει ξευτελιστεί τόσο πολύ είναι κατευθυνόμενο από

τις προτιμήσεις του κόσμου. Φταίει δηλαδή το κοινό για όλα αυτά που ακούμε

και βλέπουμε; Ποιο είναι τελικά εκείνο το κοινό, το οποίο επικαλείται με τόση

επιμονή η «βιομηχανία της μουσικής». Αλήθεια είναι «βιομηχανία της

μουσικής» ή έχει μεταλλαχτεί σε μια βιομηχανία ήχου, και μάλιστα

φασαριόζικου;

Σύμφωνα με τους «ειδικούς» το δίλημμα ποιος φταίει για την κατάντια της

μουσικής μοιάζει με το γνωστό πρόβλημα να βρεθεί αν πρώτα υπήρχε το

αυγό ή η κότα.

Βέβαια, η συνεχής αναφορά στο «Πουλάμε, αυτό που ζητάνε.» αποδεικνύεται

ως αδύνατο άλλοθι. Δεν μπορεί να στηριχτεί πουθενά όσο κι αν έχει γίνει

καραμέλα και επαναλαμβανόμενο «σουξεδιάρικο ρεφραινάκι».

Ενώ στην αναζήτηση της πρωτιάς μεταξύ κότας και αυγού η επιστήμη

σηκώνει τα χέρια ψηλά, στην περίπτωση του φαινομένου «κιτς» στην μουσική

τα πράγματα είναι απλά.

Décadence.

Που την προκάλεσαν οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες που εισέβαλαν

δυναμικά στον τόπο μας. Αρχικά επέβαλαν τα βέτο τους και στη συνέχεια

ολοκληρωτικά τους δικούς τους κανόνες. Επιθυμούν μεγάλα κέρδη με

ελάχιστη δαπάνη, χωρίς να έχουν καμία προτίμηση στην ποιότητα των

προϊόντων τους.

Απλά παράγουνε φανταχτερά ευτελή προϊόντα προς άμεση κατανάλωση.

Όπως αιώνες νωρίτερα κατακτούσαν τις αποικίες τους με γυάλινες πέρλες και

φο μπιζού ως δώρα για τους «βάρβαρους» ιθαγενείς της Αμερικής, της

Αφρικής και της Ασίας.

Η γυάλινες πέρλες ήταν φθηνά και κακόγουστα αντίγραφα των κοσμημάτων

τους.

Οι δικοί τους, παγκόσμιοι σταρ είναι μεταξύ άλλων η Madonna, ο Michael

Jackson η Britney Spears.

Σε αντίθεση με τα αντίγραφα τους οι αναφερόμενοι κατάφεραν κι έβαλαν σε

δεύτερο πλάνο το χαρακτηριστικό κιτς της κακόγουστης αισθητικής. Το

πρόβαλλαν ως ιδιαιτερότητα και το επέβαλλαν χάρις στους μηχανισμούς

πώλησης σαν μόδα.

Τόσοι φιόγκοι ,τόσα πλαστικά ζακετάκια, τόσα μυτερά σιδερένια αξεσουάρ και

περίεργα σουτιέν, τόσα σπιρούνια, τόσο υπερφόρτωμα και ανομοιογένεια να

πάνε χαμένα;

Τα τίμησαν δεόντως οι νεολαίοι σε κάθε γωνιά της γης και οι μεγάλοι

ειδήμονες τα προώθησαν. Μια πρόσθετη πηγή εισοδήματος για τις

πολυεθνικές εταιρίες παραγωγής. Εύλογο λοιπών το ερώτημα των

διευθυντών της εκάστοτε μητρικής εταιρίας προς τις θυγατρικές:

«Εσείς οι μικρές αγορές έχετε Madonna;»

«Έχετε Jackson, Spears;»

«Φτιάξτε μια δωδεκάδα από τον καθένα να έχουμε τον έλεγχο

εμείς κι εσείς θα κερδίσετε, γιατί το γρήγορο κι εύκολο κέρδος

είναι της γνωστής περπατημένης συνταγής που σας δίνουμε.»

Ποια είναι αυτή η συνταγή; Τραγουδάκια με γρήγορα μπιτ, με στιχάκια

σλογκανάτα. Συνοδεύονται από ταυτόχρονη πλύση εγκεφάλου από τα

διάφορα ΜΜΕ στον κόσμο. Στις ιδιαίτερες συναντήσεις των παραγωγών με

τους υπεύθυνους σταθμών μάλλον ακούγονται φράσεις σαν τις ακόλουθες:

«Έχουμε νόστιμες φα-τσούλες με καλλίγραμμα ποδαράκια κτλ.

όλα σε άκια…»

«Δείχνουμε τα όμορφα και σέξι αγόρια μας που είναι

διψασμένα για δόξα και χρήμα και είναι έτοιμα για κάθε

αντίτιμο.»

Είναι πλέον αναμφισβήτητο γεγονός πως η επιτυχία ενός καλλιτέχνη δεν έχει

να κάνει με την αξία του αλλά με το πόσο ενδίδει σε ότι ζητάει το σύστημα και

οι άνθρωποι κλειδιά που το κινούν.

Κι αν ο εκκολαπτόμενος σταρ ακολουθήσει πιστά τους κανόνες του παιχνιδιού

κερδίζει μια θέση με ημερομηνία λήξης στο φως της show biz.

Φυσικά πρέπει να δοθεί το παρόν στις βραβεύσεις για το χρυσό και το

μαλαματένιο στις πωλήσεις άλλον καλλιτεχνών. Ιερός κανόνας είναι να μη

γίνει λόγος για το στημένο των βραβεύσεων αλλά να κρατούνται τα

προσχήματα της ευτυχισμένης μεγάλης οικογένειας, που κεκλεισμένων των

θυρών μόνο πέφτουν τα μαχαιρώματα.

Αφού διαλύονται οικογένειες παντού, η τόσο θερμή οικογενειακή ατμόσφαιρα

στις βραβεύσεις κάνει αίσθηση και δημιουργεί το επιθυμητό καλό κλίμα και τις

εντυπώσεις. Τα παλιά και τα νέα αστέρια αντικαθιστούν τα μέλη της

οικογένειας του θεατή. Τα νέα αστέρια τραβάνε την προσοχή του κόσμου, την

συμπάθεια του και μετά τα χρήματα του.

Και πληρώνει πολλά χρήματα ο φαν του καλλιτέχνη, αγορά του CD, αγορά

του MP3 για να ακούσει το είδωλο του και στο κινητό τηλέφωνο, αγορά των

απαραίτητων αξεσουάρ. Μη λησμονηθεί ότι πρέπει να ψηφίσει το είδωλο του

ώστε αυτό να παραμένει στις οθόνες. Μια υποχρεωτική ψήφος, η οποία

πληρώνεται με 1 Ευρώ συν Φ.Π.Α. μέσω κινητού τηλεφώνου.

Βέβαια πρέπει να τιμωρηθούν τα κακά μέλη τις οικογενείας, αυτά που δεν

συμβαδίζουν με το «κοινό». Πρέπει να τονιστεί από όλα τα ΜΜΕ, ότι η

πειρατεία σκοτώνει την μουσική για να δημιουργηθεί ένα κλίμα αγοραστικής

πίεσης.

Συνεχίζει ο διάλογος:

«Τι είπατε; Αισθητική άποψη; Αξίες; Ταλέντο κι έκφραση του

καλλιτέχνη;

«Διαχρονικότητα;»

«Μα, τι λέτε; Θα τους θυμάται κανένας όλους αυτούς που

βλέπουμε σήμερα;»

«Ευαισθησία στον πολιτισμό και την παράδοση;»

«Καλέ τι είναι αυτά που μας λέτε;»

«Τι μας αφορούν εμάς όλα τούτα;»

«Εμείς εμπόριο κάνουμε τι κι αν λέγεται μουσική κι ανήκει στις

τέχνες;»

«Σήμερα τέχνη είναι μόνο ότι βγάζει λεφτά…»

Αυτά δεν ακούγονται μπροστά στις κάμερες αλλά στα καμαρίνια, στα γραφεία

διευθυντών, στην εκπαίδευση των νέων φιλόδοξων παρουσιαστών, που ίσως

τόλμησαν να προτείνουν την δικιά τους άποψη.

Μάλιστα κύριοι!

Η «βιομηχανία μουσικής» σήμερα έχει σκοπό την απόλυτη εκποίηση κάθε

αξίας με το κιτς ορόσημο! Άλλωστε εύκολα διακρίνεται το παιχνίδι του παίζετε

καθημερινά στα reality shows κι όχι μόνο…

Πρέπει να αναγνωρίζουμε την επιτυχία τους και τα δημιουργήματα τους.

Διαφωνείτε; Μήπως είστε κι εσείς από κάποιους τελευταίους ανησυχούντες

και χορτάσατε κι αηδιάσατε από την κονσέρβα της κιτσοπατάτας;

Τελικά ο Τζίμης Πανούσης έδωσε σε ένα τραγούδι του μια εύστοχη περιγραφή

γ΄ αυτό το κοινό:

«Κάνω βουτιές σε βόθρους με εικόνες

φουσκώνω τα βυζιά μου με ορμόνες

Θέλω να γίνω σαν Αμερικάνος,

μ’ αρέσει στα κρυφά κι ο Μητροπάνος»

Ο κύριος Πανούσης βέβαια ήθελε να σατιρίζει την υφιστάμενη κατάσταση. Δεν

μπορούσε μάλλον να φανταστεί, πόσο πιστή στην σημερινή πραγματικότητα

της Ελλάδος είναι η περιγραφή του, όταν κρίνουμε από την εμφάνιση ενός

φαινομένου σαν αυτό του Γεωργό Ταμπάκη στην - κανονική - εκτέλεση της

«Τσικουλάτας» του Ξανθιώτη.

Όταν το κοινό, αναγνωρίζει ή θεωρεί ήδη την «Τσικουλάτα» φτασμένο κιτσάτο

χορευτικό κομμάτι. Υπάρχει κορύφωση στο αποκορύφωμα του κιτς;

Εδώ τίθεται θέμα για μια διδακτορική διατριβή στην χυδαιότητα και στην

ακαλαισθησία. Η μήπως η παρωδία της παρωδίας;

Πως μπορεί άραγε να χαρακτηρίσει κανείς το φαινόμενο “Ταμπάκη” ή και να

το κατατάξει κάπου; Μήπως πρέπει να εφευρεθεί νέα λέξη και κάποία νέα

ειδικότητα;

Στον μεσαίωνα υπήρχαν οι γελωτοποιοί που διασκέδαζαν τον κόσμο και τον

έκαναν να γελάει, με κώλοτούμπες και διάφορους αστεϊσμούς. Ήταν όμως

ξεχωριστό είδος και δεν μπερδευόταν με την τέχνη της μουσικής που

παιζότανε με γνώση, ρομαντισμό κι έκφραση ψυχής.

Στις χαοτικές μέρες μας που όλα παραπαίουν στην υποβαθμισμένη αγορά και

πώληση της μουσικής οι λεπτές διαχωριστικές γραμμές έγιναν μαλλιά

κουβάρια.

Έτσι ακόμη και η λαμπρή Ολυμπιάδα της Αθήνας είχε ένα ] φινάλε

κωμικοτραγικό.

Ενώ παρουσιάστηκε μια έναρξη συγκλονιστική, η διοργάνωση κατέληξε στο

τέλος σ’ ένα πανηγύρι των τρελών για να κλείσει η μεγάλη παράσταση της

Ολυμπιάδας!

Μπλέχτηκαν για άλλη μια φορά, τα συμφέροντα των εταιρειών και οι

συμμαχίες των δυνατών, ακόμα και σε ένα τόσο μεγάλο πολιτιστικό γεγονός.

Εμφανίστηκαν λοιπόν όλοι αυτοί σε παγκόσμια δορυφορική αναμετάδοση,

παρεϊτσα κι αγκαλιά κι έκαναν πασαρέλα σαν να ήταν σε παραλιακό

σκυλάδικο της Αθήνας. Μήπως έγινε επίδειξη στα μεγάλα αφεντικά των

πολυεθνικών;

Και φυσικά προς τέρψιν του λαού παρουσιάστηκε όλο αυτό το οξύμωρο

σχήμα των εντελώς ανομοιογενών και κατά τα άλλα μαχόμενων μουσικών

ειδών, όπως είναι το απόλυτο εμπορικό ποπ και το υποτιθέμενο έντεχνο. Δεν

έλειπε φυσικά και η υποχρεωτική τούμπα κάποιου αντιπρόσωπου της νέας

τάξης διασκεδαστών.

Έτσι για να υπάρχει η ολοκλήρωση του ταξιδιού στον χρόνο, πίσω στον

μεσαίωνα ολοταχώς!

Το κιτς δεν μπορούσε να μην έχει παρουσία κι εκεί!

Δικαιώνονται έτσι και οι νικητές της Eurovision, τα τέρατα οι Lordi που ήρθαν

προετοιμασμένοι για την αποθέωση ενός διαγωνισμού εθνολαϊκιστικού και

κιτς. Και τον κέρδισαν με το τρόπαιο του «κιτς της χρονιάς». Γεμίζουν λίγο

περισσότερα τις τσέπες τους οι ίδιοι, ενώ οι επιχειρηματίες της μουσικής έτσι

ή αλλιώς θα έπαιρναν το μερίδιο τους και με οποιονδήποτε άλλο νικητή.

Και έτσι του χρόνου θα πρέπει ο λαός της Φινλανδίας να χρηματοδοτήσει την

γιορτή του κιτς. Λέτε με αυτό το σκεπτικό να δίνονται οι βαθμοί από τα κράτη

μέλη; Μήπως όσοι δεν μας ψηφίσαν είναι οι πραγματικοί φίλοι μας;

Υπάρχουν όμως και καλά παραδείγματα όπως αυτό της Ιταλίας που είναι μια

χώρα με ευαισθησία και παράδοση στην μουσική. Απλά απέχει από την

Eurovision επιμελώς και αρκείται στο δικό της San Remo Festival. Μια Ιταλική

διοργάνωση που παρουσιάζει και ξένους καλλιτέχνες.

Φαίνεται πως οι Ιταλοί ξέρουν να τιμούν την δικιά τους παράδοση, έστω στην

τέχνη και απέχουν από την παγκοσμιοποίηση του πολιτισμού. Γιατί να μη

συμβαίνει το ίδιο με την Ελλάδα;

Τα παιδιά μας μαθαίνουν πως κάποτε στην Αρχαία Ελλάδα στην χρυσή

εποχή του Περικλέους μια βόλτα στην Αθήνα ήταν αρκετή για να ωφελήσει

πολύ τους ανθρώπους μόνο και μόνο από τον πλούτο των ποιητών, των

λογίων, των φιλοσόφων, που υπήρχαν παντού.

Αναρωτιέμαι ποιο είναι το σημερινό κέρδος και όφελος αν αυτά τα παιδιά

κάνουν την ίδια βόλτα στην ίδια πόλη σήμερα. Τι θα δουν;

Διαφημιστικές αφίσες τεράστιες στους κεντρικούς δρόμους όπου ξοδεύονται

τεράστια ποσά για να αναδείξουν μικρά θέματα σε όλο το φάσμα της κιτς

φαντασίας που διαθέτουν.

Οι πρωταγωνιστές εμφανίζονται πότε με φτερά, πότε εστεμμένοι πρίγκιπες

και, πότε ντυμένοι Ζορό η και ολόγυμνοι…γιατί όχι; «Αυτά θέλει ο κόσμος!»

μας ξανάλενε.

Αφού όλα είναι προς χάριν των εντυπώσεων και το ζητούμενο να γεμίσει το

μαγαζί που διαφημίζεται.

Χάσαμε μέσα στον χρόνο το πολύτιμο γονίδιο και το ιερό DNA των προγόνων

μας η τους προδώσαμε; Μεταλλαχτήκαμε;

Η μήπως προδοθήκαμε κι εμείς από τους φειδωλούς καιρούς που διανύουμε;

Διαφωνείτε;

Μήπως είστε κι εσείς από κάποιους τελευταίους ανησυχούντες και χορτάσατε

κι αηδιάσατε από την κονσέρβα της κιτσοπατάτας;

Ακολουθεί το πρόγραμμα της αρχικής αναγγελίας. Λόγο αδυναμίας ηχητικής

μετάδοσης περιοριζόμαστε σ’ αποσπάσματα από τους στίχους.

Καλή διασκέδαση!

Το περιοδικό δεν φέρει ευθύνη για τυχών παρενέργειες στην αισθητική. Αν

δεν θέλετε να ακούσετε να δείτε ή να διαβάσετε κιτς απλά κατεβάστε τους

διακόπτες αν είστε κι εσείς από κάποιους τελευταίους ανησυχούντες και

χορτάσατε κι αηδιάσατε από την κονσέρβα της κιτσοπατάτας;!

Eφη Θώδη

«Θα κάνω ότι μου ζητήσεις, θα κάνω ότι μου ζητήσεις.

Θέλω να ευχαριστηθείς και να με ευχαριστήσεις»

Χριστίνα Γαλάνη

«Από κορμί είμαι η best

Κι από προσόντα είμαι first

Μ’ αυτό στους άντρες κάνω test

Για να διαλέξω.

Μπες όπως όλοι στη γραμμή

Άσε τα μα, τα μου, τα μη

Πέρνα λοιπόν τη δοκιμή

Και ίσως σε επιλέξω»

Νίκος Δουλάμης

«Έρωτά μου τοκογλύφε

γλύφε το κορμί μου γλύφε»

Λιβυκός

«Πάρε τηλέφωνο το κερατά

καλύτερα τώρα παρά μετά…..»

Some thoughts about… politics

10 Δεκεμβρίου 1948

Μ’ αυτήν την ημερομηνία ξεκινάει η ιστορία του μοντέρνου πολιτικού άσυλου. Τότε η

εθνοσυνέλευση του νέου Οργανισμού Ηνομένων Εθνών αποφάσισε να αλλάξει την τύχη

του πλανήτη.

«Ολοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην

αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα. Είναι προικισμένοι με λογική

και συνείδηση, και οφείλουν να συμπεριφέρονται μεταξύ τους

με πνεύμα αδελφοσύνης.»

(Άρθρο 1 της Οικουμενικής Διακύριξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα)

Σ’ αυτά τα σοφά λόγια κατέληξε η ανθρωπότητα, ή μάλλον οι ηγεσίες τους, μετά από τους

πενήντα εκατομμύρια νεκρούς του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι άρχοντες ήταν

σοκαρισμένοι από το γεγονός τον γενειοκτονών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Είχαν και

την κακή συνείδηση από γεγονότα όπως την οδήσσεια του κρουαζερόπλοιου «St. Louis»,

το οποίο το 1939, γεμάτο με πρόσφυγες από την ναζιστική Γερμανία δεν έβρισκε λιμάνι να

δέσει.

Κανείς δεν δέχτικε τους εξαντλιμένους πρόσφυγες. Έτσι οι περισσότεροι τους κατέληξαν

στους φούρνους του Αουσβίτς. Ως αποτέλεσμα παρόμοιων γεγονότων οι πατεράδες της

διακύριξης τόνισαν στο άρθρο 14, παράγραφος 1:

«Κάθε άτομο που καταδιώκεται έχει το δικαίωμα να ζητά άσυλο και του παρέχεται

άσυλο σε άλλες χώρες.»

Μέχρι εδώ όλα καλά.

Και πράγματι, τα πρώτα χρόνια μετά από τον Β’ Παγκόισμιο πόλεμο υπήρχε μια τάση

τόσο στα δυτικά όσο και στα ανατολικά κράτη να δίνεται άσυλο σ΄ όλους τους

καταδιωκόμενους.

Έτσι άσυλο ζήτησαν και βρίκαν μεταξύ άλλων οι

Wernher von Braun, μέλος του ναζιστικού κινήματος, λοχαγός των SS, και πατέρας

τον πυράυλον V2 οι οποίοι έπληξαν το Λονδίνο. Μετά από την μετανάστευση του

Έγινε καθηγητής σε δίαφορα πανεπιστήμια των Η.Π.Α. και οδήγησε την NASA στο

φεγγάρι.

Klaus Barbie, ο «σφάχτης», ήταν υπέυθυνος για μαζικούς φόνους σε άμαχο

πληθισμό και για «αποτελεσματική» καταπολέμιση της αντίστασης. Έτσι

μεταπολεμικά βρίκε πρώτα άσυλο στην υπηρεσία της «Counter Intelligence Corps»,

της τότε στρατιωτικής υπηρεσίας αντικατασκοπίας των Η.Π.Α.. Αργότερα

μεταφέρθικε με την βοήθεια τον Αμερικανών στην Βολιβία, όπου φάνικε χρήσιμος

στην οργάνωση πραξηκοπημάτων όπως και στην καταδίωξη του Ernesto Che

Guevara.

Hans-Ulrich Rudel, διαβόιτος αεροπόρος τον Stuka, φάνικε χρήσιμος στους

Αμερικανούς στην οργάνωση της μεταφοράς διακεκριμένων ναζοί σε κάποιο άσυλο.

Στην συνέχεια ήταν ειδικός σύμβουλος του Αργεντινού πραξικοπιματία Peron.

Ante Pavelić, Κροάτης φασίστας, υπεύθυνος για γενεοκτονία σε Σέρβους,

ορθόδοξους χριστιανούς και μουσουλμάνους κατά την διάρκεια της Γερμανικής

κατοχής. Μεταπολεμικά βρίκε άσυλο στην Αργεντινή.

Dr. Josef Mengele, ο άγγελος του θανάτου στο Auschwitz, γνωστός για τα

πειράματα του σε ανθρώπους, φυγαδεύτικε στην Λατινική Αμερική όπου μεταξύ

άλλων κατόρθωσε να ανανεώσει την Γερμανική του υπηκοότητα..

Otto Skorzeny, ο αξιωματικός που απελευθέρωσε τον Mussolini, εγκέφαλος της

ομάδας ODESSA, που φυγάδευσε μεταπολεμικά τους περισσότερους ναζί. Βρίκε

άσυλο στην Ισπανία του Franco και εργάστικε ως σύμβουλος τόσο του Peron όσο

και του Αιγύπτιου Nasser.

Léon Degrelle, Βέλγος που συνεργάστικε με τις κατοχικές δυνάμεις και βρίκε

καταφύγειο στην Ισπανία.

Είναι οφθαλμοφανές ότι όταν δόθικε το άσυλο στους άνω δεν πρόσεξε κανείς την δεύτερη

παράγραφο του άρθρου 14 της διακύριξης, η οποία περιορίζει το άσυλο:

«Το δικαίωμα αυτό δεν μπορεί κανείς να το επικαλεστεί, σε περίπτωση δίωξης για

πραγματικό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου ή για ενέργειες αντίθετες προς τους

σκοπούς και τις αρχές του ΟΗΕ.»

Απόριας άξιο είναι και το γεγονός ότι οι καταδιωκόμενοι κατά τα άλλα εγκληματίες πολέμου

φυγαδεύτικαν με την βοήθεια των Αμερικανών, οι οποίοι υποτίθεται ότι θα τιμορούσαν σε

ρόλο παγκοσμίου αστυνόμου τους φονιάδες. Βέβαια οι συγκεκριμένοι φονιάδες είχαν το

απαιτούμενο ηθηκό πρόσχημα. Ήταν εχθροί της Σοβιετικής Ένωσης.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι το άσυλο για στρατηλάτες, αξιωματικούς και φευδάρχες υπήρχε

πάντα, και πριν από την διακύρηξη των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ένα από τα λαμπρότερα παραδείγματα του «πολιτικού» ασύλου είναι η μετανάστευση του

πρίγκηπα Ευγένιου Savoyen-Carignan. Ο νεαρός πρίγκηπας αναγκάστικε να εγκαταλείψει

την πατρική Γαλλία,. Ήταν ανεπιθύμητος στον Λουδοβίκο τον ΙΕ’ τόσο λόγω της

ομοφιλοφιλίας του, της «άσχημης εμφάνισης» και επειδή η μητέρα του καταδικάστικε για

απόπειρα βασιλοκτονίας. Ο Ευγένιος οδήγησε την χώρα υποδοχής του, την Αυστρία στην

νίκη υπέρ των Τούρκων, που πολιορκούσαν την Βιέννη στον ΙΖ’ αιώνα. Στην συνέχεια

εκτώς από τους Τούρκους πολέμισε και την Πατρίδα του.

Στα μέσα του εικοστού αιώνα απλά επαναλήφθηκε η ιστορία. Οι ηττημένοι πάλαια ποτέ

άρχοντες έσπευσαν να εγκαταλείψουν την δυτική Ευρώπη.

Ταυτόχρονα υπήρχε μια αισθητή έλλειψη εργατών τόσο στην Γερμανία, όσο και στην

Γαλλία, στο Βέλγιο και στην Ολλανδία.

Τα κράτη είχαν χάσει μεγάλο μέρος του ενεργού πληθισμού στην διάρκεια των

βομβαρδισμών αμάχων. Έτσι δεν υπήρχε αρκετός κόσμος για τις κατώτερες, βαρίες και

ανθυγινές εργασίες. Επειδή έπρεπε να επαναλειτουργίσουν τα εργοστάσια αποφασίστικε η

επιστράτευση ξένων εργατών.

Έτσι οι ηττημένες στον πόλεμο Γερμανία και Αυστρία, όπως και η Γαλλιά, που κατά το

ήμηση είχε συνεργαστεί με το Γ’ Ράιχ, με αρχηγό τον στρατιγό Petain «εισήγαγαν» εργάτες

από της νικήτριες δυνάμεις, Γιουγκοσλαβία και Ελλάδα, από την Ιταλία, ή οποία στα μέσα

του πολέμου άλλαξε της πλευρές, από την Πορτογαλία, την Ισπανία και από την Τουρκία.

Οι εργάτες αποδέχτικαν το αρχικά περιορισμένο «οικονομικό» άσυλο. Στα πρώτα χρόνια

υπήρχε πλαφόν για τρία έτη συνολικής διαμονής του αλλοδαπού εργάτη.

Επειδή όμως αυτός ο τριετής περιορισμός δεν σύμφερε στους Εργοδότες, στην συνέχεια

επιτράπικε η ελεγχόμενη, μακροχρόνια διαμονή των αλλοδαπών εργατών στα κράτη

υποδοχής.

Στην εποχή του οικονομικού θαύματος, την νέα βιομηχανική επανάσταση, οι πύλες των

πλούσιων κρατών ήταν ανοιχτές για όλους. Φιλληπινέζες νοσοκόμες, Τούρκοι εργάτες,

Αφρικανοί οδοκαθαριστές, Ινδοί ταξητζίδες, Κινέζοι εστιάτορες όλοι ευπρόσδεκτοι. Σπάνια

υπήρχε αίτηση πολιτικού ασύλου, διότι όποιος μπορούσε να περάσει το μακρυνό ταξίδι

στην νέα γη της επαγγελίας μπορούσε και να εργαστεί σε σκληρές εργασίες.

Παροχή αυτόματου ασύλου είχαν επίσης και αθλητές, άνθρωποι του θεάματος και

διακεκριμένοι αντιφρονούντες σε κομμουνιστικά καθεστώτα.

Το κλίμα στην υποδοχή των αλλοδαπών άλλαξε σταδιακά. Όταν μετά την δεκαετία του 40

άρχισε η απελευθέρωση των αποικειών, στα νέα κράτη δεν υπήρχε ικανή διοίκηση για να

αναπτυχθούν σωστά οι τοπικές οικονομίες. Οι κάτοικοι των αποικιών επί το πλείστων δεν

είχαν την δυνατότητα άρτιας εκπαίδευσης και ταυτόχρονα οι καλά εκπαιδευμένοι ιατροί,

μηχανικοί και τεχνίτες εκταταστάθικαν στις παλίες αποικοκρατίες ή να οικονομικά

αναπτυγμένα κράτη.

Σχεδών όλα τα Αφρικανικά κράτη περασαν ή περνάν ακόμα μια περίοδο εμφύκιων

πολέμων που σχετίζεται είτε με το κενό ικανής εξουσίας από το «brain-drain» (την

αφαίμαξη διανοούμενων) είτε από το απλό γεγονός καθοδιγούμενων πραξικοπήματων

όποτε αυτό συνέφερε μια από τις μεγάλες δυνάμεις. Παράλληλα πέφτει συνεχός η

αντιστοιχία αξίας των κυρίως αγροτικών προϊόντων. Οι παραγωγοί λαμβάνουν όλο και

μικρότερες αμοιβές ασχετα το τι χρεώνεται ο καταναλωτής στα δυτικά Σούπερ Μάρκετ.

Σε πολλά από αυτά τα κράτη ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει ανάπτυξη δευτεροβάθμιας

οικονομίας (βιομηχανοποίηση) ή τριτοβάθμιας (παροχή υπηρεσιών). Έτσι σε συνδυασμό

με την πληθισμιακή ανάπτυξη υπάρχει μεγάλη πίεση μετανάστευσης προς τα δυτικά

κράτη.

Στα κράτη υποδοχής όμως δεν υπάρχει άλλο χώρος για εργάτες. Μετά από την

πετρελαιακή κρίση του 1974 άρχισε η μετατροπή των ενεργοβόρων βιομηχανικών

οικονομιών σε οικονομίες παροχής υπηρεσιών. Ενώ ο εκατομμυριωστός αλλοδαπός

εργάτης της Γερμανίας, Armando Rodrigues de Sá, έλαβε ένα μηχανάκι ως δώρο

υποδοχής οι σημερινοί μετανάστες στην Γερμανία ακούν συχνά «έξω οι ξένοι».

Αξίει να σημειωθεί ότι ο άτυχος Armando Rodrigues de Sá αφού εργάστικε στην Γερμανία

για τέσσερα έτη επέστρεψε στην πατρίδα του όπου απεβίωσε από καρκίνο του πνεύμονα.

Οι βιομηχανίες δεν ζητάνε πια εργάτες, απολύουν μαζικά ακόμη και τους ιθαγενείς. Οι

απολυμένοι από μερία τους, βλέποντας αλλοδαπούς οδοκαθαριστές, καθοδιγούνται από

λαϊκιστές νεοναζιστές στο συμπέρασμα ότι οι ξένοι τους πάιρνουν τις θέσεις εργασίας.

Άσχετα αν δεν βρίσκεται σχεδών κανείς Γερμανός, Γάλλος ή Άγγλος να αναλάβει τόσο

ανθυγεινή εργασία.

Στην συνέχεια το συνταγματικό δίκαιο για άσυλο περιορίστικε αποτελεσματικά. Έτσι

σύμφωνα με την όδηγεία 343/2003 στα κράτη μέλη της Ε.Ε. δεν υπάρχει δικαίωμα για

πολιτικό άσυλο αν ο πρόσφυγας εισήλθε στο κράτος μέλος μέσου μίας «ασφαλές» τρίτης

χώρας.

Επίσης δεν μπορεί να ζητηθεί άσυλο π.χ. στην Γερμανία, αν ο πρόσφυγάς εισήλθε σ’

αυτήν μέσου ένός εκ τον γειτονικών κρατών. Εν ολίγης, άσυλο μπορεί να ζητήσει μόνο

κάποιος που κατάφερε να προσγειωθεί σε κράτως της Ε.Ε. με απευθείας πτήση από την

πατρίδα του, όπου διώκεται ή από ένα μη ασφαλές κράτος όπου επίσης διώκεται.

Εννοείται ότι πρέπει να φέρει μαζί του όλα τα απαιτούμενα ταξιδιωτικά έγγραφα.

Όποις καταφέρει να περάσει αυτό τον άθλο θα πρέπει στην συνέχεια να αποδείξει ότι

πράγματι κινδυνεύει η ζωή του από τις αρχές της πατρίδας του και όχι από παρακρατικές

οργανώσεις.

Έτσι ένας Κούρδος από την Τουρκία δεν δικαιούται άσυλο, αφού δεν υπάρχει επίσημη

θέση της Τουρκίας ενάντια σε άτομο Κουρδικής καταγωγής.

Βλέπετε, οι Γρίζοι Λύκοι δεν είναι επίσημη Τούρκικη οργάνωση.

Επίσης δεν δικαιούται άσυλο μια γυναίκα που αναγκάστικέ να παντρευτεί κάποιον σ’ ένα

μουσουλμανικό κράτος. Άσχετα αν μετά από την επιστροφή της στην πατρίδα κινδυνεύει

από λιθοβολισμό για το «έγκλημα» της μοιχείας.

Έτσι στην Γερμανία κινδυνεύει μια Ιρανή να διωχθεί στο Ιραν όπου την περίμενει ο

σίγουρος θάνατος. Το έκλημα της; Κατάφερε να ξεφύγει από τον επιβαλλόμενο σύζυγο

της, σύναψε σχέση μ’ έναν Γερμανό, βαφτίστικε Χριστιανή αλλά δεν μπορεί να παντρευτεί

τον αγαπημένο της όσο είναι ακόμα νόμιμα παντρεμένη.

Επίσης κάποιος πρόσφυγας πολέμου δεν δικαιούται πολιτικό άσυλο παρά μόνο

προσωρινή διαμονή όσο διαρκούν οι εχθροπραξίες. Βέβαια συνηθίζεται το τέλος τον

εχθροπραξιών να ανακοινώνεται εκ μικροφώνου όποτε αυτό βολεύει κάποιον προεκλογικό

αγώνα.

Έτσι με ανακοίνωση George W. Bush στο Αφγανιστάν δεν υπάρχει πόλεμος. Ως

απότέλεσμα αυτής της διαπίστωσης ο κ. Bush, που τέλειωσε και τον πόλεμο στο Ιρακ από

ένα μικρόφωνο κέρδισε τις εκλογές.

Ο Moghim Mohammed όμως κινδυνεύει να χάσει την ζωή του. Ο Moghim Mohammed

ήρθε στην Γερμανία το 2003. Ήταν δεκαπέντε ετών και είχε χάσει τον πατέρα από έναν

πύραυλο και την μάνα και τα αδέλφια μπροστά στα μάτια του δια χειρός του θείου του σε

μια ενδοοικογενειακή συνέχεια του πολέμου των δημοκρατικών Αφγανών ενάντια στους

Ταλιμπάν.

Ως δεκαπεντάχρονος θεωρούταν παιδί και έχαιρε της προστασίας του νόμου. Στην

Γερμανία, ανήλικα παιδιά προστατεύονται ακόμη και αν δεν δικαιούνται άσυλο. Έτσι ο

μικρός Αφγανός μπίκε για πρώτη φορά στη ζωή του σε κανονικό σχολείο, έλαβε μια θέση

σε ορφανοτροφείο και αισθάνθικε ασφαλής.

Μάλιστα άρχισε να γράφει την ιστορία της ζωής του στη νέα του γλώσσα, στα Γερμανικά.

Κέρδισε με την έκθεση του το πρώτο Πανγερμανικό βραβείο εκθέσεων.

Βραβεύτικε απο τον πρόεδρο της Δημοκρατίας και μόλις έκλεισε τα δεκαέξη, βρέθικε στον

δρόμο.

Το Γερμανικό κράτος θεωρεί έναν δεκαεξαχρόνο ενήλικα όσων αφορά το δίκαιο του

πολιτικού ασύλου. Φυσικά ανήλικάς όσων αφορά τα διακαιώματα του. Έτσι δεν έχει πια

δικαίωμα να πάει σχολείο, έχασε την θέση στο ορφανοτροφείο και κινδυνεύει από

απέλαση.

Φυσικά δεν είναι ο μόνος που αντιμετωπίζει αυτή την μοίρα. Ένας νεαρός ηθοποιός, ο

δεκαεπτάχρονος Hassan Akkouch, εργαζόμενος στον θίασο μιας σαπουνόπερας του

δεύτερου κρατικού καναλιού της Γερμανικής τηλεώρασης πρέπει να επιστέψει με την

μητέρα και τα αδέλφια του στον Λίβανο.

Η οικογένεια του ταλαντούχου νεαρού κινδυνεύει από απέλαση επειδή η μητέρα του έλαβε

βοήθημα κοινωνικής πρόνοιας. Κάνενα από τα παιδιά ώστοσο δεν μιλάει Αράβικα. Καμία

κρατική αρχή δεν φαίνεται να συγκινείται ότι όταν ο Hassan Akkouch ήρθε από τον

εμπόλεμο και τότε Λίβανο στην Γερμανία ήταν μόλις ενός έτους.

Την απόλυτη ειρωνία του νόμου όμως την αντιμετωπίζει η οικογένεια Ndukwe στην

Αυστρία. Ο Afamefuna Ndukwe γνώρισε στην Αυστρία, όπου είχε προσωρινό άσυλο την

Ρωσσίδα Έλενα, η οποία είχε επίσης προσωρινή διαμονή. Παντρεύτικαν και έκαναν μια

κόρη.

Τώρα η Έλενα και η κόρη της δικαιούνται άσυλο στην Αυστρία, επειδή το Αυστριακό

κράτος αναγνωρίζει ότι υπάρχει ρατσιστική διάκριση στην Ρωσσία για μαύρους και ειδικά

για μιγάδες. Η Αυστρία όμως αποφάσισε ότι ο Afamefuna Ndukwe όμως δεν κινδυνεύει

πια στην Νιγερία, όποτε και έχει μπει ήδη στην φυλακή περιμένοντας την οριστική

απέλαση. Το γεγονός ότι η Έλενα περιμένει το δεύτερο της παιδί, δεν συγκίνησε τους

εκτελεστές του νόμου.

Φυσικά πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις, ο μαύρος Gerald Asamoah από την Γκάνα είναι πια

Γερμανός. Αντιπροσώπευσε την Γερμανία στο Μουντιάλ ποδοσφάιρου, και παίζει στην

Γερμανική Bundesliga. Λέτε να άλλαζε η τύχη του Afamefuna Ndukwe, του Hassan

Akkouch και του Moghim Mohammed αν έπαιζαν μπάλα;

Μπορεί μια θέση στην εντεκάδα επαγγελματικής ποδοσφαιρικής ομάδας να εξασφαλίζει

την διαμονή σ’ ένα κράτος. Δεν εξασφαλίζει το πραγματικό άσυλο, της ειρινικής ύπαρξης

στον κοινονικού ιστό.

Ο Gerald Asamoah δέχτηκε ύβρεις και απειλές από Χούλιγκανς σε αγώνα κυπέλλου της

ομάδας του στο Rostock της τέως Ανατολικής Γερμανίας. Το φαινόμενο όμως δεν

περιορίζεται μόνο στην Ανατολική πλευρά της Γερμανίας, όπως θέλουν να μας πείσουν οι

επίσημες κρατικές υπηρεσίες.

Ακόμη και στην πιο δυτική πόλη της Γερμανίας συμβαίνουν ανάλογα έκτροπα. Σε αγώνα

πρωταθλήματος Α’ Εθνικής της τοπικής Alemannia Aachenο ενάντια της γειτονικής

Borussia Moenchengladbach ακούστηκαν ύβρεις από τους οπαδούς της Alemannia,

«ήρθες για άσυλο» κατά του μαύρου Βραζιλιάνου Kahe, Το αντίπαλο στρατόπεδο

απήντησε με ανάλογες ύβρεις κατά του Αφρικανού παίχτη Sichone της Alemannias.

Ενώ και οι δύο ομάδες καταδικάσθηκαν σε υψηλά πρόστιμα για τις πράξεις τον οπαδών

τους, μένει το ερώτημα:

Μήπως όλά δείχνουν ότι η κοινή γνώμη πιέζει για την άρση του ασύλου; Μήπως η

εθνοσυνέλευση στον Ο.Η.Ε. αποφασίσει να καταργήσει τα ανθρώπινα δικαιώματα πριν

αυτά καλά καλά εφαρμοστούν;

Η μήπως η αποτυχία των κυβερνήσεων από το 1948 και μετά οδηγεί στο συμπέρασμα ότι

απλά πρέπει να καταργηθεί το άσυλο των πολιτικών;

Έτσι για να εφαρμόσουν υπεύθυνα μια πολιτική που θα καταργήσει με την σειρά της την

ανάγκη για πολιτικό άσυλο.

Pressefreiheit in Griechenland

Das folgende Interview mit Liana Kanelli zeigt, wie Presse und Politik im Süden der EU verflochten sind.  

Politik, Pressearbeit und Leben in Griechenland

Liana Kanelli ist ein führendes Mitglied der Fraktion der griechischen

kommunistischen Partei, ohne Mitglied der Partei zu sein. Sie gilt in der Bevölkerung

als de facto Parteiführerin der Linken.

Sie ist Journalistin, Rechtsanwältin und Verlegerin. Sie zählt zu den bekanntesten

Bürgern Griechenlands und gab uns mit folgendem Interview einen tiefen Einblick in

ihre Arbeit, ihre politischen Ansichten, ihre Beweggründe und die griechische

Medienlandschaft.

Liana Kanelli antwortete auf unsere Fragen mit der in Griechenland üblichen

Emotionalität, die auch in der deutschen Übersetzung erhalten bleibt. Die für

deutsche durchaus drastischen Formulierungen der Sachverhalte gehören in

Griechenland zum Alltag.

B-J: Frau Kanelli Sie sind in Griechenland sehr bekannt als resolute, streitbare

Journalistin. Ihre furchtlose Arbeitsweise könnte als Definition für den

griechischen Ausdruck „Tsampouka“ dienen. Wie würden Sie selbst einem

Unbekannten gegenüber Liana Kanelli beschreiben?

Ihre Definition ist sehr treffend. Ich möchte aber betonen, dass es sich um

eine reife Entscheidung handelt. Ich bin in kleinbürgerlichen Verhältnissen

aufgewachsen.

Meine Mutter gab mir den Rat, dass wenn ich im Leben etwas erreichen

wollte, nicht mit dem Strom schwimmen dürfte. Sie machte mir bewusst,

dass ich meine Kleidung, meine Ausflüge kurz mein Leben von eigenen

Entscheidungen abhängig machen müsste und nicht von

Modeerscheinungen.

Eine derartige Erziehung ermöglicht es, auch im Mediensystem die

Trojanischen Pferde zu erkennen, sie gibt die Kraft auch Zeiten der

Arbeitslosigkeit zu überstehen, und ohne auf staatliche Beihilfen zu hoffen

stets nach neuer Arbeit zu suchen.

Das griechische Mediensystem ist voll von Menschen, die in Ihrer Jugend

politisch links waren, mit Geldern von der Kommunistischen Partei

ausgebildet wurden und nach erfolgter finanzieller Absicherung die

Kommunistische Vergangenheit als „Jugendsünde“ darstellen.

Wenn ich mich beschreibe, verwende ich oft den Vergleich mit Daniel

Cohn-Bendit, der „rote Danny“ hat sich im Laufe der Jahre zu einem

grauschwarzen Herrn Cohn-Bendit gewandelt.

Ich habe mein Leben als Konservative gestartet, als Teil der von Lenin so

bezeichneten „nützlichen Idioten“ und habe mich mit vierzig dazu

entschlossen „rote Schuhe“ anzuziehen. Ich kann also meine linke

politische Eigenstellung nicht als Sünde bezeichnen, es war eine reife

Entscheidung, ich bin „Ein reifes Kind des Zorns“.

Es ist durchaus leichter ein System zu kritisieren, wenn man zuerst selbst

Teil dieses Systems war.

B-J: Sie sind bekannt als leidenschaftliche Frau, die das Leben liebt und die ihre

Meinung vehement vertritt. Ist dies der Auslöser für ihre vielseitige Arbeit in Politik

und Medien?

Sehen Sie, seit Geburt „leide“ ich an dem Syndrom, dass mich der nächste

Tag nicht interessiert.

Ich hatte darüber hinaus während der rechten griechischen Militärdiktatur

das Glück das amerikanische College in Athen zu besuchen, dabei waren

meine Lehrer aus den USA als „Linke“ nach den Vorgängen von Berkeley

vertrieben worden.

Die Lehrer haben mich, ohne es selbst zu merken, in eine eigene 68er-

Revolution eingeführt, eine Revolution ohne Europäische Orientierung,

freier und intellektueller.

Ich verachte eine Gesellschaft, in der es lediglich darum geht, den „Tag

danach“ zu sichern. Eine Gesellschaft, in der jeder davon träumt, dass er

eine Katastrophe in einem sicheren Bunker lange überleben kann und

dann, wenn die Katastrophenwirkung vorbei ist aus seinem Schlupfloch

kommt.

Nein! Meine Leidenschaft für das Leben, die Sie richtig bemerkten, treibt

mich dazu alles Mögliche zu tun, damit es keinen Katastrophenfall gibt.

Der Gedanke, ich könnte eine Katastrophe überleben und danach

feststellen, dass alles was ich liebe nicht mehr existiert und ich allein mit

einigen wenigen Affen auf der Erde hause, ist für mich ein Alptraum. Und

ich liebe vor allem die Menschheit.

Es heißt einen Atomschlag würden lediglich die Küchenschaben

überleben. Ich denke, dass Menschen die wissentlich einen Atomkrieg,

eine katastrophale Reaktorpanne oder eine Naturkatastrophe in Kauf

nehmen, und ihr eigenes Überleben dabei sicher, den Küchenschaben

nicht unähnlich sind.

Darüber hinaus habe ich ein instinktives Verlangen danach, ein Antistar zu

sein. Ich empfinde es nicht als Erfolg, wenn andere darüber entscheiden,

was an meinem Handeln erfolgreich ist.

B-J: Es fällt auf, dass Sie im Fernsehen stets mit einer Zigarette und einer Tasse

Kaffee auftreten, denken Sie gar nicht an Ihre Vorbildfunktion?

Das Rauchen ist eine politische Aussage. Ich habe selbst meinen Ärzten

gegenüber betont, dass selbst wenn ich jemals mit dem Rauchen aufhören

sollte, ich doch stets im Fernsehen mit einer Zigarette auftreten werde.

Denn ich möchte demonstrieren, dass ich mich keinem Zwang beugen

werde.

Ich betrachte es als Zwang, wenn Statistiken und ökonomische

Berechnungen darüber entscheiden sollen, wie ich zu sterben habe. Als

die BBC mich in einem Interview fragte, warum ich trotz Rauchverbots

rauchen würde, dass Rauchen ein langsamer Tod sei, habe ich

geantwortet, dass ich mich nicht beeile zu Sterben.

Gut, ich rauche vor allem weil es mir selbst gefällt, aber beim Gedanken an

den Tod denke ich vor allem daran, dass z.B. der 13 jährige Junge in

Alexinac in Jugoslawien keine Möglichkeit hatte über seinen Tod zu

entscheiden.

Der Tod kam für ihn durch eine Bombe der Natostreitkräfte. Ich finde es

bigott hier über das Rauchen und dessen Gesundheitsgefahr zu

diskutieren, während anderenorts Menschen durch unsere Bomben

sterben.

Ich ziehe dem Bombentod einen Tod durch das Rauchen vor und bin

durchaus gewillt auch dafür ins Gefängnis zu gehen, sollte Rauchen eines

Tages als Straftat gelten.

Es ist für mich unvorstellbar in einer Gesellschaft zu leben, in der ich brav

meine Steuern zahle, zusammen mit den Nichtrauchern eine Regierung

wähle und dann akzeptieren soll, dass die Regierung, die auch mich

repräsentiert, mich am Rauchen hindern soll.

Die Raucherdebatte ist für mich ebenso widersprüchlich wie die

Firmenpolitik von BAYER. Zunächst wurde Heroin verbreitet und nach dem

Verbot wurden weltweit mit Aspirin die Umsatzeinbußen ausglichen.

B-J: Sie haben in Griechenland für das staatliche Fernsehen und die privaten

Rundfunksender, darüber hinaus sind Sie Verlegerin. Welche dieser Tätigkeiten

betrachten Sie vom journalistischen Standpunkt aus betrachtet als erfolgreich im

Sinne Ihrer Ziele?

Ich habe alle privaten Rundfunkanstalten als Journalistin „eingeweiht“. Den

ersten privaten Radiosender ebenso wie den ersten privaten

Fernsehsender. Stets wurde ich als journalistische Frontsprecherin

engagiert.

Was nun meine Verlegertätigkeit angeht, habe ich eine eigene Zeitschrift,

Nemesis. Wie sehr die Zeitschrift tatsächlich mir gehört weiß nur Gott. Die

Zeitschrift habe ich zusammen mit Kollegen gegründet, nachdem zwei

Ereignisse mein Leben erschütterten. Einerseits die Imia Krise, die fast zu

einem Griechisch-Türkischen Krieg geführt hätte, anderseits, der Tod

meines Vaters vier Tage nach Abschluss der Krise.

Mein Vater hat Jahre in deutschen Konzentrationslagern verbracht, ohne

jüdischen Glaubens, Mitglied einer linken Partei oder organisierter

Widerstandskämpfer zu sein. Er wurde festgenommen, ganz einfach, weil

er einen Freund nicht denunzieren wollte. 1947 ist er zu Fuß aus

Deutschland nach Hause gekommen und fand in Griechenland sein

eigenes Grab vor, denn er war zwischenzeitlich für tot erklärt worden.

Er fand auch seinen Freund lebend vor aber ebenso den Denunzianten,

der ihn damals ins KZ geschickt hatte, in ehrbarer Position.

Ich habe daraufhin „Nemesis“ geschworen, [Nemesis= strafende oder

vergeltende Gerechtigkeit]. Das Logo von Nemesis ist eine ionische Münze

aus dem 9. Jh. vor Christus. Nemesis dient einen Gedanken, der

Gerechtigkeit.

Denn wie Aristoteles schon lange vor Huxley und Orwell bemerkte:

„Wenn die Menschen die Lüge als Wahrheit betrachten werden und den

Worten die sie aussprechen andere Bedeutungen zuschreiben als sie

ihrem Gesprächspartner sagen, dann werden die Götter sich auf den

Olymp zurück ziehen und die Menschheit ihrem Schicksal überlassen.“

Nemesis soll der Wahrheit und der Gerechtigkeit dienen. Ich bewundere

die Armenier, die das Attentat gegen Talaat Pascha, einem der

Hauptverantwortlichen des Genozids an den Armeniern die dem

Kodenamen „Operation Nemesis“ bezeichnet haben.

Ich musste schließlich selbst Herausgeberin werden, denn das, was ich

veröffentlichen wollte, wollte kein anderer drucken.

B-J: Das heißt, jetzt fühlen Sie sich journalistisch frei?

Wissen Sie um zu der vorherigen Frage zurück zu kommen, sicher die

Zeitschrift gibt mir viele Freiheiten. Aber was ich nicht zu träumen gewagt

hätte, die politische Funktion gibt mir noch mehr journalistische Freiheiten.

Denn plötzlich kann ich all das, was ich schon immer sagen wollte, in

jedem Fernsehsender sagen. Alles, und zwar ohne dass ich danach

Probleme mit einem Redakteur bekomme.

Denn jetzt repräsentiere ich nicht mehr einen Sender, sondern eine Partei.

Eine Partei, die nach Meinung der Sendeleiter nicht nach

Regierungsmacht streben kann. Ich sorge für hohe Einschaltquoten, mein

Auftritt beschert den Sendern hohe Werbeeinnahmen und wird auch gerne

als Beispiel für eine Meinungsvielfalt vorgebracht. Alle sind plötzlich

zufrieden mit der einst so bösen Frau Kanelli.

Kurz, ich kann jetzt endlich die Presse- und Meinungsfreiheit vollständig

genießen. Allerdings werde ich jetzt für meine journalistischen Recherchen

nicht mehr bezahlt….

B-J: Wie beurteilen Sie allgemein die Freiheit der Presse, in Griechenland und in

der übrigen Welt?

In Griechenland benutzen wir für die Beschreibung der Presse oft den

Ausdruck „Yellow Press“. Seit der Staatsgründung gilt diese Beschreibung

für die Presse Griechenlands. Die einzige griechische Zeitschrift, die

meiner Meinung nach unabhängig von finanziellen Interessen Dritter ist, ist

der Regierungsanzeiger. Der aber druckt nur die Beschlüsse der jeweiligen

Regierung.

Seit der Staatsgründung Griechenlands haben wir mehr oder weniger

einflussreiche „Citizen Caine“. Es gilt ganz einfach der Grundsatz, dass

derjenige, der das Geld hat, auch eine Druckerei, Papier und einige

Journalisten kaufen kann.

Ich bin hoffnungslose Romantikerin, doch die Zeit der Romantik, in der

man sich vorstellen konnte, dass jemand ein Medium gründet um einem

höheren Zweck als dem Mammon zu dienen ist lange vorbei.

Ich vergleiche die griechische Presse gerne mit Napster. Napster wurde

als Netzwerk für den freien Musiktausch „gegründet“. Jetzt zahlen die

einstigen Internetkids mit ihrer Kreditkarte. Nun wird der Erwerb einer

Musikproduktion dreifach belastet, durch die Produktion der CD, durch den

zu finanzierenden Verkaufsapparat, sowie durch die ebenfalls

kostenpflichtige Onlinezeit.

B-J: Wie haben Sie es geschafft, in dieser Medienlandschaft, die Sie

beschrieben haben, zu überleben?

Das hat mehrere Gründe. Griechenland ist ein kleines, überschaubares

Land, und ich gehörte zu einer mittelständischen städtischen Familie, das

gab mir einen gewissen Schutz. Die Stadtbürger Griechenlands wurden

bisher nie verfolgt. Verfolgt wurden die Landbürger und die Arbeiterklasse.

Da darüber hinaus die Arbeiterklasse die meisten Journalisten

hervorgebracht hat, konzentrierte sich das politische System auf diese

Gruppe. Heute sind drei viertel der Rundfunkdirektoren ehemalige

Kommunisten, die nun neoliberale Positionen vertreten. Sagt Ihnen das

etwas?

Ich war die Ausnahme, eine die gegen den Strom schwamm und genoss

daher eine Art Artenschutz. Darüber hinaus hatte ich einen weiteren

Trumpf, ich bin eine Frau, während die meisten Journalisten in meiner

Anfangszeit männlich waren.

Jetzt als Politikerin, genieße ich im Gegensatz zu vielen Politikerkollegen

wieder Artenschutz. Denn ich gehöre weder zu denen, die sich über die

Politik profilieren müssen, ich war vorher schon prominent. Noch habe ich

es nötig gehabt mit der Politik Geld zu verdienen, denn als Journalistin

verdiente ich mehr.

Es ist bezeichnend, dass mir Kollegen vom Rundfunk vorgehalten haben,

ich wäre in einer Klimakteriumskrise, und würde deshalb plötzlich für die

kommunistische Partei in die Politik gehen. Zunächst war ich sogar für

mehr als zwei Jahre Persona non grata bei den großen Sendeanstalten.

Das hat sich allerdings schnell geändert, da die kleineren Sender in dem

kleinen Land gleiche Reichweiten haben, und plötzlich sehr hohe

Einschaltquoten hatten, wann immer ich auf den Bildschirmen war.

B-J: Könnte man das Phänomen Kanelli auch auf deutsche Kollegen übertragen?

Der Journalismus in Deutschland sieht sich mehr und mehr durch die

Konzentration der Medien auf wenige Verleger in seiner Freiheit bedroht.

Nein, das ist nicht möglich. Deutschland ist zu groß. Ein wahrhaft

unabhängiger Journalismus kann höchstens unter sehr schwierigen

Bedingungen mit einer Guerilla-Taktik in Nischen überleben. Um es hart

auszudrücken, es geht im Prinzip nicht darum, dass Journalisten finanziell

überleben, sondern darum dass der Journalismus als solches überlebt.

Die europäische Gesetzgebung nach den Maastrichter Verträgen schützt

vor allem die Unternehmer, die als Investoren auftreten. Ein romantischer

Journalist, der seinen Idealen treu bleiben möchte und daher gegen den

Strom schwimmt, wird sehr tiefe finanzielle Einbußen hinnehmen müssen.

Die Medienkonzentration ist doch nicht das einzige Problem. Wenn eine

Person einen Fernsehsender, ein Radio und eine Zeitung besitzt hat er

nicht unbedingt Macht. Macht erlangt er dadurch, dass er in – selbst wenn

er nur ein einziges Medium besitzt – in seinem Medium Menschen

beschäftigt, die nicht nur für ihn arbeiten, sondern kritiklos für ihn

sprechen. Dann gibt es tatsächlich die Gefahr einer mafiösen Struktur.

Ich vergleiche die Situation mit der Mafia, weil die Mafia als solche ein

interessantes Studienobjekt darstellt. Wir können viel über

Machtkonzentration lernen, wenn wir die Methoden der Mafia untersuchen.

Denn, in dem Moment in dem der Staat die Einkommensgrundlage der

Mafia zerstörte, indem er z.B. die Prostitution besteuerte, und die Drogen

legalisierte, sah sich die Mafia gezwungen selbst die Repräsentation in

staatlichen Stellen zu suchen. Das Gleiche sehen wir nun in weltweiten der

Medienlandschaft.

In Griechenland sind wir leider einen Schritt weiter, hier ist es nicht mehr

nötig, sich in Medienkonzerne einzukaufen, um die Politik des Landes zu

beeinflussen. In Griechenland kann bald nur derjenige Abgeordneter

werden, der über genügend finanzielle Mittel verfügt.

Für die Meinungsbeeinflussung in Griechenland reicht ein einziges

Medium durchaus.

B-J: Wie beurteilen Sie selbst die jüngste Skandalserie. Die komplette Regierung,

Oppositionspolitiker, die militärische Führung und Bürger wurden abgehört. Im

Rahmen der Terrorbekämpfung wurden mehrere unschuldige Pakistanis unter

Beteiligung britischer Geheimdienstmitarbeiter verschleppt. Wie sehen Sie die

Rolle der Medien?

Griechenland befindet sich in einem Übergangsstadium. Nachdem der

britische Offizier Russel Saunders von den Terroristen des 17. November

erschossen wurde, sind wieder ins Blickfeld der britischen Geheimdienste

gelangt. Die britischen Geheimdienste waren bereits vor 1947 intensiv in

Griechenland tätig, wurden aber von den Amerikanern abgelöst. Aktuell

haben die Amerikaner kaum ein Interesse an Griechenland. Amerikas

Interessen sind weiter östlich konzentriert.

Ich sehe die ganzen Skandale in einem globaleren Zusammenhang,

schließlich sind schwedische Firmen, englische Unternehmen und

Amerikaner daran beteiligt. Alle Beteiligten Firmen sind außerhalb der

Eurozone beheimatet.

Ich denke, dass es sich nicht um ein plötzliches Interesse an Griechenland

handelt, sondern eher um ein Interesse an einem turnusmäßigen

Weltsicherheitsratsmitglied aus der Eurozone.

Ich frage mich nach dem Nutzen der Skandale und vor allem nach dem

Nutzen, der aus dem Zeitpunkt der Veröffentlichung darüber gezogen wird.

Seit mehr als 11 Monaten war der Regierung der Abhörskandal bekannt,

jetzt wird er plötzlich publiziert. In dem ganzen Chaos um den

Abhörskandal ist vollkommen untergegangen, dass die Regierung mit

Microsoft einen Exklusivvertrag über die Betriebssysteme aller

Behördencomputer geschlossen hat. Es wurde gar nicht bemerkt, dass ein

Vertrag mit Gazprom über eine Gaspipeline geschlossen wurde.

Selbst die ökonomische Politik der Regierung hinsichtlich der

Lohnerhöhungen, die immer ein sehr heißes Thema war, ist überhaupt

nicht beachtet worden. Zum ersten mal in der Geschichte wurde einfach

eine per Fax geschickte Pressemitteilung der Regierung unkommentiert

veröffentlicht.

B-J: Könnten Sie sich vorstellen, in einem anderen Land als Griechenland zu

Leben? In einem Land, dass Ihnen all das bietet, was Ihnen in Griechenland

fehlt?

Bis heute halte ich mich an den Nobelpreisträger Odysseas Elyti, „Heimat

ist meine Sprache“. Ich fühle mich überall dort zuhause, wo ich mich

verständigen kann. Die Sprache ist die letzte Identitätsbastion einer

Nation. Daher geben die mächtigeren Staaten mehr Geld für die

Verbreitung Ihrer Sprache aus als die kleineren. Ich lebe in einem Land mit

gigantischem Kulturerbe, mit einer deutschen, einer englischen und einer

amerikanischen archäologischen Schule vor Ort. Es gibt ein Goethe

Institut, amerikanische Schulen, British Institute, alle sind hier vertreten. Es

gibt aber keine griechische Ausgrabungsgruppe in Utah.

Sie können keinen Geheimagenten finden, der in einem fremden Land

ohne die Mithilfe Einheimischer arbeiten kann, nicht weil er etwa unfähig

ist, sondern weil er sich ganz einfach mit dem Volk nicht verständigen

kann.

Es ist einfach ein Volk zu erobern, es zu unterdrücken erfordert jedoch die

Kenntnis von Kultur und Sprache. Das gilt überall. Man sollte nicht

vergessen, dass zum Beispiel Stalin im Vielvölkerstaat Sowjetunion

zunächst Kommissar für Nationalitätsfragen war.

Es verwundert nicht, dass direkt nach dem Zerfall der Sowjetunion

Armenien, Aserbaidschan, Kasachstan, Georgien usw. entstanden. Die

Nationen haben das zentralistische System Dank des Erhalts ihrer

Sprachen überlebt.

Ich denke, dass auch die USA in naher Zukunft ein Minderheitenproblem

mit der spanischsprachigen Bevölkerung haben werden.

B-J: Stichwort, Olympische Spiele 2004 in Athen. Was haben die Spiele in

Griechenland bewirkt? Hat sich die politische und ökonomische Situation der

Griechen verbessert.

Kanelli: Admiral von Canaris hat angeblich im Zweiten Weltkrieg den

Befehl, Griechenland zu erobern, mit den Worten „Es gibt kein

Griechenland, es gibt nur Griechen“ kommentiert.

Sie Fragen nach dem Nutzen für Griechenland? Welches Griechenland?

An den Spielen haben einige Unternehmer verdient, die Griechenland

scheibchenweise verkauft haben.

Der einfache Bürger hatte keinen Vorteil. Wurden privat Zimmer vermietet,

lieben die Ausländer plötzlich Griechenland? Sind die Griechen im Ausland

nun selbstbewusster als vorher? Hat jemand etwas über Griechenland

gelernt?

Diese volksfestartige Kommerzveranstaltung habe ich bereits bei der

Vergabe an Athen kritisiert. Am Tag, an dem Griechenland den Zuschlag

der Spiele erhielt, war ich als Journalistin in Moskau um dort ein

Musikkonzert eines griechischen Künstlers zu besuchen. Ich brach bei der

Nachricht in Tränen aus.

Die anwesenden russischen Kollegen dachten ich würde wegen des Todes

von Lady Diana, die zwei Tage vorher beerdigt wurde, weinen.

Es ist doch charakteristisch, dass es den griechischen Zuschauern beim

Fackellauf untersagt war, griechische Fahnen zu schwenken. Stattdessen

wurden die Fähnchen der Sponsoren verteilt.

B-J: Und was ist mit den für die Spiele in Athen angebrachten

Überwachungssystemen geschehen?

Die Kamerasysteme sind geblieben. Angeblich werden damit

Verkehrsverstöße, Terroristen und Agenten aufgespürt. Jeder

Bürgermeister, der sich gegen die Totalüberwachung wendet, hat

Probleme mit der Justiz. Ich weiß nicht, ob unter diesen Umständen eine

Firma wie Vodafone für die Verwicklung in den Abhörskandal angeklagt

werden kann.

B-J: Was wünschen Sie sich für Europa und Griechenland? Was sind Ihre

persönlichen Wünsche für die Zukunft.

Persönlich habe ich keinen Ehrgeiz. Ich möchte nicht Anführerin eines

Trends werden, ich möchte vielmehr als Anhänger einer Idee. Ich möchte

selbst mit 52 noch die Welt verbessern, aber niemand kann so etwas

alleine durchführen.

Ich träume von einem wirklich demokratischen Europa, ohne Spur von

Feudalsystemen. Dabei habe ich einen persönlichen Traum, ich würde

gerne eine Organisation gründen, die sämtliche Adelstitel und

Adelsfamilien abschafft. Kein „von“, „van“ oder „Sir“ mehr, auch nicht in

übertragenem Sinn.

Denn selbst in angeblich ständefreien Staaten, wie den USA gibt es

mittlerweile Adelssysteme, den Kennedy Clan, die Familie Bush – wir

Griechen haben die Familien Papandreou und Karamanlis. Das alles

erinnert an eine weltweite Reality-Show-Verfilmung der Fernsehserie

„Denver Clan“.

Ich möchte in diesem Europa, von dem ich träume, einen Kaffee mit einem

deutschen Kollegen trinken können und mit moderner elektronischer

Übersetzung-Technologie, welche die Sprachbarriere überwindet einen

freien Informationsaustausch führen.

Ich bin immer noch Anhängerin der Chaostheorie, und hoffe immer noch

inständig, dass ein kleiner Schmetterlingsflügelschlag hier die ganze Welt

verbessern kann.

B-J: Was möchten Sie den deutschen Lesern zum Abschluss auf den Weg

geben? Sie wissen, in Deutschland gibt es mittlerweile eine CDU Kanzlerin. Wie

kommentieren Sie das? Wie haben Sie die Wiedervereinigung empfunden?

Ich bin gläubige Christin, allerdings in einer sehr eigentümlichen Form. Zu

Zeiten der Christenverfolgung wäre ich sicherlich auch verfolgt worden. Ich

habe mal gehört „Christus lebt, Marx ist tot“, ich fürchte oft, dass Christus

lange vor Marx gestorben ist.

Als zum Beispiel der Papst starb, hat er mehr als einen einfachen Mantel

als eigenen Besitz ins Grab mitgenommen. Stalin aber, besaß nur seinen

Mantel.

Ich bewundere die deutsche Sprache und liebe den Satz von Goethe:

„Licht mehr Licht!“. Man könnte den Satz als mein Lebensmotto nehmen.

Frau Kanelli, wir danken für das Gespräch.

Das Gespräch führte: Karl Wassilios Aswestopoulos

Η χαμένη αθωότητα - μερικές σκέψεις για το σήμερα….

Η χαμένη αθωότητα

…των παιδιών της γειτονιάς μας.

Ένα βροχερό απόγευμα του Ιουνίου 2006. Κλεισμένος μέσα στο σπίτι έχω την ηρεμία

και τον χρόνο να σκεφτώ για τον κόσμο, για την κοινωνία μας, για την τρέχουσα

ειδησεογραφία.

Ένα θέμα ταράζει αυτές τις μέρες την κοινωνία μας. Ένα πρώτο θέμα, το οποίο

κατάφερε να εκτοπίσει τις αναφορές στο Ιράκ, τις τιμές του πετρελαίου, την ανεργία.

Το θέμα της παιδικής βίας, το οποίο μπήκε δυναμικά στα σπίτια μας και ταρακούνησε

εφησυχασμένες συνειδήσεις με την υπόθεση του μικρού Άλεξ. Αναρωτιέμαι, αν

πρέπει και εγώ να γίνω σαν τους πολλούς, που με την ευκαιρία των γεγονότων

ξαφνικά, ανακαλύπτουν το πρόβλημα.

Κι επειδή έχω μάθει να πηγαίνω κόντρα στο ρεύμα του ποταμού

και να μην εθελοτυφλώ κάνω μια προσπάθεια να ασχοληθώ με κάτι άλλο…

Ανοίγω λοιπόν τον υπολογιστή μου για να διαβάσω ειδήσεις στο διαδίκτυο, και …:

· Ένα δεκαεξάχρονο αγόρι μαχαιρώνει χωρίς αιτία πάνω από τριάντα άτομα στα

πλαίσια εγκαινίων του νέου σιδηροδρομικού σταθμού του Βερολίνου.

· Σ΄ ένα σχολείο υποχρεωτικής εκπαίδευσης στο Immenstadt της Βαυαρίας

βρέθηκαν 16 από 200 εξεταζόμενα κινητά τηλέφωνα να περιέχουν σκηνές

βίας, φασιστική προπαγάνδα, πορνογραφικό υλικό μέχρι και ερωτικές σκηνές

κτηνωδίας.

· Ένας δεκαπεντάχρονος στο Βερολίνο κλωτσούσε με μανία την κοιλιακή χώρα

της φίλης του για να «διώξει» το βρέφος που θα γεννιόταν τις επόμενες μέρες.

· Σύσσωμη οι 31 καθηγητές του σχολείου Rutli πάλι στο Βερολίνο παρακάλεσαν

τις αρχές να κλείσει το εκπαιδευτικό ίδρυμα επειδή θεωρούν ότι κινδυνεύουν

ζωές από τα επαναλαμβανόμενα κρούσματα βίας.

· Στην Νέα Υόρκη Αμερικής επιτέθηκαν δύο αγοράκια επτά και εννέα ετών μια

επτάχρονη συμμαθήτρια τους και την τραυμάτιζαν με χρησιμοποιημένη

σύριγγα με ηρωίνη φωνάζοντας ότι η κοπέλα έτσι θα μολυνθεί με τον Ιό του

Έιτζ.

Δεν τα κατάφερα να ξεφύγω τελικά. Το θέμα της παιδικής βίας υπάρχει παντού

.Είναι η δύναμη κι η ορμή του ποταμού μεγάλη…παρασύρομαι. Πρέπει να βρω,

πρέπει να μάθω, τι συμβαίνει.

· Salzgitter, πάλι Γερμανία, συλλαμβάνονται δυο δεκαπεντάχρονοι επειδή

εκβίαζαν ένα δεκατριάχρονο μαθητή. Πέτυχαν να του αποσπάσουν χρήματα

και υλικά συνολικής αξίας 20.000 Εύρο.

· Ένα δωδεκάχρονο αγόρι - άλλο ένα γεγονός από την πρωτεύουσα της

ενωμένης Γερμανίας - στην κυριολεξία έσπασε τα μούτρα της δασκάλας του. Η

εκπαιδευτικός υπέστη κατάγματα στο κρανίο και γλίτωσε από τύχη το φως

της.

Το Βερολίνο είτε έχει παράδοση στην παιδική βία ή λόγο της κεντρικής του θέσης και

της έδρας της Γερμανικής κυβέρνησης έχει αποτελεσματική αστυνόμευση;

· Εκεί συλλήφθηκε μια μόλις δεκαοχτώ ετών μαθήτρια την ώρα που έβγαλε

περίστροφο για να σκοτώσει την καθηγήτρια Αγγλικών ενώ μια άλλη μαθήτρια

δεκαπέντε ετών μαχαίρωσε συμμαθήτρια της για ασήμαντη αιτία.

· Στο Nischnij Nowgorod της Ρωσίας έδειρε μια εννιάχρονη ένα επτάχρονο

κοριτσάκι και βαρούσε το κεφάλι της στον τοίχο ώσπου το θύμα μεταφέρθηκε

στο νοσοκομείο. Σ’ αυτή την περίπτωση ηθικός αυτουργός ήταν η δασκάλα

των Αγγλικών η οποία προέτρεψε τους μαθητές της να τιμωρήσουν την

επτάχρονη επειδή αυτή ήταν ανήσυχη στην διάρκεια του μαθήματος.

· Στην Αγγλία υπάρχει η ονομασία «Ladette» για κοπέλες, οι οποίες

χρησιμοποιούν βία ενάντια στους συμμαθητές τους. Εκεί μια δεκαπεντάχρονη

από θαύμα γλίτωσε τόσο την ζωή όσο και το φως της αφού μαχαιρώθηκε από

της συνομήλικες συμμαθήτριες της στο σχολείο της στο Camberley τόσο στο

στήθος όσο και στο πρόσωπο.

Όλα αυτά και χιλιάδες άλλα περιστατικά είναι γεγονότα της τρέχουσας χρονιάς, μιας

χρονιάς που ακόμα δεν τελείωσε. Μια χρονιά που μόνο στην Γαλλία έχει πάνω από

40.000 καταγραμμένα περιστατικά επικίνδυνης βίας από παιδία σε συνομήλικους ή

μικρότερους μαθητές έως τώρα.

Συνεχίζω με μανία την αναζήτηση στο διαδίκτυο, με στόχο την συλλογή πληροφοριών

για παιδιά και βία, και ανακαλύπτω:

Στην Ταϊλάνδη επικρατεί ένα καθεστώς παιδικής πορνείας, Η επικεφαλίδα, “Όσο

μικρότερη τόσο καλύτερη…”

· Αλλεπάλληλοι βιασμοί και παρθενορραφές είναι η μοίρα από νεαρά κορίτσια.

Τα κορίτσια αυτά δεν είναι άλλο στην επιθυμητή κατάσταση, οπότε

αποθέτονται από τους αφέντες τους στον μοντέρνο Καιάδα, στο πεζοδρόμιο

για 50 σεντς ανά πελάτη, ως τον θάνατο, είτε από Έιτζ είτε από τα ναρκωτικά.

Σκέφτομαι ότι η Ταϊλάνδη είναι μακριά. Σαν να με ηρεμεί λίγο η απόσταση, αλλά

συνεχίζοντας το διάβασμα διαπιστώνω ότι η πελατεία των παιδικών οίκων ανοχής

είναι Ευρωπαία. Ξαφνικά κάτι αλλάζει στην διάθεση μου, εκεί που δευτερόλεπτα πριν

άρχιζα να σκέφτομαι παιδιά σαν μικρά διαβολάκια, τώρα βλέπω ότι πίσω από αυτά τα

παιδία υπάρχουν άλλοι, πιο μεγάλοι διάβολοι.

Αλλάζω τα κριτήρια αναζήτησης, αναζητώ τους όρους «Ευρώπη», «εκμετάλλευση»

και «παιδία».

Συγκλονισμένος διαβάζω στην οθόνη μου ένα άρθρο από την εφημερίδα «Νέα

Κρήτη»

«Βραδινή ώρα στον προαύλιο χώρο του

Βενιζέλειου Νοσοκομείου… Ένας νεαρός

επιβιβάζεται στο αυτοκίνητό του και ετοιμάζεται να

αναχωρήσει. Ένα μικροσκοπικό αθιγγανάκι - δεν

είναι πάνω από 10 ετών - πλησιάζει το κινούμενο

όχημα και κάνει μια κίνηση στο κλειστό παράθυρο

του οδηγού. Εκείνος νομίζει ότι θέλει να καθαρίσει

το τζάμι για να βγάλει χαρτζιλίκι. Ανοίγει το

παράθυρο και επιχειρεί να το αποτρέψει. Όμως

“μένει κόκαλο”. Ο νους του αρνείται να

συνειδητοποιήσει αυτό που ένα δευτερόλεπτο

πριν, με απίστευτο κυνισμό, του είχε προτείνει το

αγοράκι.

«Κύριε, με 50 ευρώ μπορούμε να πάμε εκεί από

πίσω και να κάνουμε σεξ».

Το σοκαριστικό αυτό περιστατικό - που είχε και

συνέχεια - καταγγέλθηκε από τον 24χρονο οδηγό

στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Ηρακλείου χθες το

πρωί. Και, σύμφωνα με πληροφορίες, οι

αστυνομικοί του Γραφείου Ανηλίκων μόνο με τα

χέρια σταυρωμένα δε θα μείνουν, αφού η υπόθεση

παραπέμπει σε “καραμπινάτη” δράση κυκλώματος

παιδικής πορνείας στην πόλη του Ηρακλείου.

Ο άνθρωπος αυτός, μιλώντας στη “Ν. Κρήτη”,

ανέφερε ότι, εκτός από το αγοράκι που τον

προσέγγισε με σκοπό τη σεξουαλική συνεύρεση,

ένα ακόμη αθιγγανάκι, της ίδιας ηλικίας, στεκόταν

λίγα μέτρα πιο πέρα και έκανε σήμα σε άλλον

οδηγό αυτοκινήτου που ακολουθούσε,

αναζητώντας υποψήφιο “πελάτη”.

…..»

Όλα αυτά στην ανεπτυγμένη δύση, ή οποία καταδικάζει την βία ανθρώπων σε

κατοικίδια ζώα; Έτσι είναι ένας πολιτισμός που θέλει να είναι οικολογικός,

προοδευτικό και ελεύθερος; Ένας πολιτισμός που καταγγέλλει τα Αραβικά κράτη για

τις απάνθρωπες καταστάσεις που επικρατούν εκεί;

Εκνευρισμένος πια, ανάβω ένα τσιγάρο και σκέφτομαι τον καθωσπρεπισμό που

απαγορεύει ή περιορίζει το κάπνισμα σε τηλεοπτικές εκπομπές για την προστασία

ανήλικων.

Προσπαθώντας να ξεφύγω από αυτές τις σκέψεις, ανοίγω το ραδιόφωνο για να

ακούσω:

«..Φτερά στην πλάτη μου

Έχω κέρατα στο κεφάλι μου

οι κυνόδοντές μου είναι αιχμηροί

και τα μάτια μου είναι κόκκινα

όχι αρκετά ένας άγγελος

αυτός που έπεσε τώρα

Τώρα επέλεξε αν θες να μας συντροφέψεις

ή να πας κατευθείαν στην κόλαση

Σκληρό Rock Hallelujah!

Σκληρό Rock Hallelujah!

Σκληρό Rock Hallelujah!

Σκληρό Rock Hallelujah!….»

Σκέφτομαι ότι ίσως δεν έπρεπε να μάθω Αγγλικά. Θα ήταν καλύτερα να μη

καταλάβαινα τους στίχους των νικητών του Eurovision. Αλλάζω σταθμό:

Bin ich schöner

zerschneid mir das Gesicht

bin ich starker

brich feige mein Genick

bin ich kluger

töte mich und iss mein Hirn

Hab ich dein Weib

töte mich und iss mich ganz auf

dann iss mich ganz auf

Η μετάφραση των στοίχων με τρομάζει:

Αν είμαι πιο όμορφος

χαράκωσε μου το πρόσωπο

αν είμαι δυνατότερος

σπάσε μου δειλά τον σβέρκο μου

αν είμαι εξυπνότερος

σκότωσε με και φάει το μυαλό μου

αν έχω την γυναίκα σου

σκότωσε με και να με φας ολόκληρο (δις)..

Αυτή είναι η μουσική της νεολαίας; Αυτά είναι τα μηνύματα που φτάνουν στα παιδιά

μας; Αυτό είναι το καλλιτεχνικό έργο των Rammstein; Άλλη μια δοκιμή, άλλος

σταθμός:

«.Δε με γουστάρεις, μήπως θα ήθελες μια πίπα να μου πάρεις

Σιχαίνεσαι το στυλ μου και φρικάρεις

μα κατά βάθος μ’ αγαπάς και με κοπιάρεις

Μαζί μου ασχολείσαι, ποσό μαλάκας είσαι

Αν όντως δεν γουστάρεις σου δείχνω τι να πάρεις

Ανήλικος αν είσαι, τα αυτιά σου τώρα κλείσε

το όνομα μου σβήσε, ξένος είμαι, ξένος είσαι

Ζήλια, κόντρες, μίσος, παντού υπάρχει μίσος

στους δρόμους, στις φαμίλιες και στις ψυχές μας ίσως

Ίσως να ‘ναι αργά, εγώ όμως το φωνάζω

Τα νερά πάλι ταράζω και το στυλ μου δεν αλλάζω

Χρόνια σας ακούω να μιλάτε για ό,τι κάνετε

στα αυτιά όμως τα λόγια σας ακούω σαν να κλάνετε

Ποτέ σας δεν με φτάνετε μιλάω από πρώτο χέρι

είμαι ο γιος του ανέμου σαν το Κώστα τον Κεντέρη

Στα δυο μικρά σου μάτια η εικόνα μου μεγάλη

μ’ είχες χάσει για δυο χρόνια μα εδώ είμαι και πάλι

Έτοιμος για κραιπάλη, οπλίζω τη σκανδάλη

κι ουρλιάζω μες τη νύχτα, όπως κάνει το τσακάλι.»

Ωχ. Αυτοί είναι οι Goin’ Through; Αυτό είναι το αγαπημένο κομμάτι των πανταχού

πιτσιρικάδων και η μεγάλη επιτυχία της Ελληνικής μουσικής που παίζεται από τα

πάρτι των παιδιών του Δημοτικού μέχρι και στα πάρτι στα ίδια τα σχολεία. Αυτό το

συγκρότημα βγαίνει στην τηλεόραση με παιδική ορχήστρα;

Και δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την κυρία σε κάποιο παιδικό πάρτι γενεθλίων που

καμάρωνε υπερήφανη τον γιόκα της όταν εκείνος τραγουδούσε λέξη -λέξη όλο το

αυτόν τον χυδαίο στίχο χορεύοντας και κάνοντας τις ίδιες χυδαίες κινήσεις δείχνοντας

τα γεννητικά του όργανα έτσι ακριβώς όπως είδε να κάνουν κάποιοι άλλοι στην

συγκεκριμένη φράση:

«Αν όντως δεν γουστάρεις σου δείχνω τι να πάρεις >>

Ένας τέλειος μίμος ο επτάχρονος πιτσιρικάς και με την επιβράβευση της μητέρας του!

Ας ανάψω την τηλεόραση:

· Ειδήσεις:παράθυρα

Κάποιος λέει πως είμαστε μια υποκριτική κοινωνία..

Μάλιστα, λέω στον εαυτό μου. Ένα δείγμα αυτογνωσίας. Αλλάζω τον σταθμό για να

δω τι λένε τα άλλα κανάλια.

· Μια κραυγή, ένα σπαραγμός από ένα παιδί, ένα μικρό κορίτσι τρέχει σε μία

παραλία και μια φωνή που περιγράφει ότι το παιδί μόλις έχασε την οικογένεια

του από τα πυρά φαντάρων του Ισραήλ. Έτυχε το παιδί να είναι Παλαιστίνιο.

Ο Ο.Η.Ε. καταδικάζει κτλ.

Νιώθω αμηχανία, αισθάνομαι αδύναμος να αντέξω την εικόνα του πονεμένου παιδιού,

οργή με πιάνει και πριν προλάβει να έρθει στο μυαλό μου η απόφαση να

υπερασπιστώ τα παιδιά της Παλαιστίνης ακόμη και με βία, προλαβαίνω και αλλάζω

σταθμό:

· Η φωτογραφία ενός πτώματος, ο εκφωνητής περιγράφει ότι πρόκειται για τον

Abu Musab az-Zarqawi ο οποίος στο Ιράκ έδρασε ως τρομοκράτης.

Αναφέρεται ότι αποκεφάλιζε ομήρους, σκότωσε..

Φτάνει πια, όχι άλλο αίμα, γρήγορα πατάω το τηλεκοντρόλ και εμφανίζεται άλλος

σταθμός:

· Η ταινία δείχνει έναν φόνο. Και τον ήρωα να εκδικείται, σκοτώνοντας όποιον

ένοχο βρεθεί μπροστά του. Ο ήρωας σαν εκπρόσωπος μιας νέας τριάδας,

Αστυνόμος- εισαγγελέας, δικαστής και δήμιος.

Αγανακτώ, βγαίνω από το σπίτι για να αγοράσω μία εφημερίδα, ένα μικρό βιβλίο,

έστω ένα παιδικό κόμικς.

Στο περίπτερο βρίσκονται απλωμένα περιοδικά με ημίγυμνες και κραυγαλέες

επικεφαλίδες, με ψευτοστάρ και ψευτοσκάνδαλα με φωτογραφίες από γκλάμουρ

σπίτια και λίγους νεόπλουτους που επιδεικνύουν τη δύναμη του χρήματος που

διαθέτουν σε εποχές των ισχνών αγελάδων για τους πολλούς…

Πιο δίπλα μοστράρουν φωτογραφίες με τα τέρατα της Γιουροβίζιον κι είναι η

επιβράβευση των νέων

ειδώλων και φαινόμενα των καιρών που διανύουμε.

Τα τερατάκια – όπως αποκαλούνται από τα παιδιά - όμως μοιάζουν πολύ με τους

σημερινούς ήρωες των παιδικών κόμικς.

Όρκς (Άρχοντας των δαχτυλιδιών), Κλίνγκονς (Σταρ Τρεκ) και ο Βόλτεμορτ (Χάρυ

Πότερ). – Μα αυτοί είναι οι κακοί;

Λέτε να είναι σύμπτωση?

Αλήθεια, διαπιστώνω ότι και αν είδα, ότι και αν άκουσα, ότι και αν διάβασα σ’ αυτό το

απόγευμα του Ιουνίου το 2006, όλα ήταν προσπελάσιμα και σε μικρά παιδιά.

Τελικά, αναρωτιέμαι, ακούει κανείς από εμάς τους μεγάλους τι καταγράφετε και τι

φτάνει στον εύπλαστο ψυχισμό των παιδιών μας? Τι εικόνες λαμβάνουν τα παιδιά ?

Τι πρότυπα τους προβάλλονται? τι μηνύματα ? τι ακούσματα έχουν? Όλα αυτά κι

άλλα πολλά είναι οι δόσεις δηλητηρίου που παίρνουν καθημερινά στο μυαλό και στην

ψυχή τους οι μικροί μας αυριανοί πολίτες από πολλές πηγές. Μήπως περνάει στο

μυαλό τους, ότι στην κοινωνία μας είναι «μάγκας» αυτός που παίρνει το «δίκιο» του

με βία; Ότι αν δεν κλέψει, αν δεν χτυπήσει άλλους τότε δεν θα έχει την τύχη του

τάδε γκλαμουράτου τύπου που τα κέρδισε όλα χωρίς να κρατάει κανένα σταυρό στο

χέρι, Μήπως αντιλαμβάνεται με το παιδικό μυαλό του, ότι αρκεί να είναι δυνατότερος

για να είναι ατιμώρητος; Μήπως ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;

Μήπως τα παιδιά δίνουν πίσω αυτά ακριβώς που παίρνουν από την σημερινή

πραγματικότητα? Ποια όμως είναι τελικά αυτή η πραγματικότητα;

Σκέφτομαι τα παιδικά μου χρόνια, τους παιδικούς ήρωες. Έναν ροζ πάνθηρα να κάνει

ζαβολιές. Σκέφτομαι τηλεοράσεις που αν υπήρχαν άναβαν όταν ήδη κοιμόμουν.

Σκέφτομαι κόμικς που προκαλούσαν γέλιο.

Σκέφτομαι εκείνο το παγκάκι στο πάρκο, που στα παιδικά μου χρόνια καθόμουν και

διάβαζα τα «Μίκυ Μάους» και πόσο πλήρης και ευτυχισμένος αισθανόμουν με τις

μικρές ιστορίες.

Κάποτε στα παιδικά όνειρα κυριαρχούσαν φιγούρες ηρώων όπως αυτή του Ταρζάν,

του καλοκάγαθου Γκούφη, του Μίκυ και της Μίνι. άιντε κι ενός τσιγκούνη Σκρουτζ.

Στις μέρες μας τα παιδιά λίγο μετά με την γέννηση τους εκτείθονται μπροστά στους

δέκτες των τηλεοράσεων και γίνονται αποδέκτες όλης αυτής της πληροφόρησης και

της βίας προκειμένου οι γονείς να παρακολουθήσουν τα αγαπημένα τους

προγράμματα και να προσέχουν και τα παιδιά.

Ακόμα και αν κάποια τηλεοπτικά προγράμματα βγάζουν απαγορευτικό σηματάκι,

ποιος δίνει σημασία.

Αλήθεια; Εγώ ο ίδιος έδωσα την δέουσα σημασία;

Περίπου πριν από μια εικοσαετία είχα βρεθεί στην Νέα Υόρκη για δουλειές. Σε κάποια

περιήγηση μου βραδινή στους δρόμους της βρέθηκα σε ένα σταθμό τρένου. Εκεί είδα

μια τελείως ¨”αλλιώτικη” παρέα από μικρά παιδιά κορίτσια κι αγόρια από 8 έως 12

ετών. Ήταν καμιά δεκαριά πολύχρωμα παιδάκια .

Τα κοριτσάκια ήταν μακιγιαρισμένα και ντυμένα γυναικεία κι άκρως προκλητικά ενώ τα

αγόρια κάπνιζαν τσιγάρα ,έπιναν μπύρες και τα χέρια τους ήταν γεμάτα τατουάζ.

Μια εμφάνιση που μόνο παιδιά δεν θύμιζε…

Μετά το πρώτο σοκ προσπάθησα να συνειδητοποιήσω τι συνέβαινε σε αυτά τα παιδιά

και τα ρώτησα τι κάνουν εδώ τέτοια ώρα και αν ήξεραν οι γονείς τους ότι είναι έξω

από το σπίτι. Τα ρώτησα και γιατί καπνίζουν..

Αυτά βάλανε τα γέλια και με ρώτησαν αν ήθελα να αγοράσω μαριχουάνα κι αν θέλω

σεξ…..

Κάποιο από αυτά άρχισε να με βρίζει χυδαία όταν του είπα ότι δεν ενδιαφέρομαι και

λυπάμαι πολύ που το κάνουν αυτό.

Μετά ξεσηκώθηκαν και τα υπόλοιπα εναντίον μου με απειλές και βρομόλογα που κι ο

πιο σκληρός αλήτης δεν έχει στο λεξιλόγιο του.

Είδα κι ένοιωσα πως κινδυνεύω.

Έφυγα βιαστικά με στεναχώρια και με χίλια άσχημα συναισθήματα βλέποντας για

πρώτη φορά στην ζωή μου συμμορία ανηλίκων που τα κορίτσια εκπορνεύονται και τα

αγόρια πουλάνε ναρκωτικά.

Το Αμερικάνικο όνειρο είχε μόλις καταρρεύσει μπροστά μου…

Αργότερα όταν βρέθηκα να συζητάω το περιστατικό στους γνωστούς μου που έμεναν

Αμερική μου είπαν ότι είναι γνωστή αυτή η κοινωνική πληγή κι ότι τα περιστατικά κι οι

συμμορίες εκεί είναι άπειρες. Ήταν καθημερινό θέμα στις τηλεοράσεις.

Μου είπαν μάλιστα και για ακραίο περιστατικό από παιδιά ανήλικα που περιέλουσαν

με βενζίνη έναν ζητιάνο που κοιμόταν στον δρόμο και τον έκαψαν.

Και το έκαναν αυτό απλά για την πλάκα τους.

Η συμβουλή ήταν να μην περιφέρομαι αργά στις συνοικίες και στους δρόμους της

Νέας Υόρκης και μακριά από τέτοια παιδιά.

Σκέφτηκα τότε τα παιχνίδια που μου ζητούσαν να φέρω από Αμερική τα παιδιά της

γειτονιάς, και θυμήθηκα επίσης και την μεγάλη επιθυμία τους να μπορούσαν να

έρθουν κι εκείνα στο ταξίδι να δουν την μεγάλη και προηγμένη χώρα. Αλήθεια, ο

άτυχος Άλεξ, πως έβλεπε την Ελλάδα; Μήπως με τα μάτια των παιδιών της παλιάς

μου γειτονιάς;

Τότε ηρέμισα με μία σκέψη:

«Τι καλά που μας χωρίζει ένας ωκεανός κι όχι μόνο….

Τι καλά που δεν είμαστε τόσο μπροστά όσο οι Αμερικάνοι», μονολογούσα.

Σκεφτόμουν την Ελλάδα τόσο μακρινή και δεν μπορούσα τότε να φανταστώ ότι

κάποια μέρα και πολύ σύντομα μάλιστα θα γινόμαστε κι εμείς μια πολυεθνική χώρα

που θα πρέπει να επιβιώσουν όλοι κι αυτό είναι που φέρνει τον κακό ανταγωνισμό.

Όχι τον άλλον, εκείνον που σε κάνει να γίνεσαι καλύτερος μέσα από την προσπάθεια

σου να πετύχεις τους στόχους σου. Μια μεταλλαγμένη κοινωνία είναι το τρόπαιο που

κονομήσαμε τελικά μαζί με όλα τα άλλα μεταλλαγμένα που μπήκανε στην ζωή μας

ακόμα και στο πιάτο μας.

Ηχούν στα αυτιά μου τα «κατηγορώ» των ειδικών, που εμφανίζονται καθημερινά στα

παράθυρα της τηλεόρασης:

«Κατηγορώ την κοινωνία μας, για την αναισθησία στα παιδιά της γειτονιάς της.»

«Κατηγορώ τον πολιτισμό μας, που νοιάζεται δήθεν για το οικολογικό περιβάλλον και

μεγαλώνει τα παιδιά με πρότυπα, βίας, πορνείας και εκμετάλλευσης.»

«Κατηγορώ το κράτος για την ελλιπή παιδεία .»

«Κατηγορώ το σύστημα, που διαλέγει εκπαιδευτικούς με βασικό κριτήριο τα μόρια.»

«Κατηγορώ το σύστημα, που εμφυτεύει στα παιδιά από μικρή ηλικία τον

ανταγωνισμό στην θέση της αλληλεγγύης ,της αγάπης και της συμπαράστασης.»

«Κατηγορώ και θεωρώ υπεύθυνο το καθένα από μας με την αδιαφορία. του»

Αλήθεια, σκέφτομαι, ποιον πρέπει να κατηγορώ; Μίας που σύμφωνα με το κλίμα των

ημερών πρέπει να κατηγορήσουμε κάποιον για να φύγει η ευθύνη από πάνω μας.

Κατηγορώ τον εαυτό μου, που δεν βρήκε αρκετή δύναμη και ταλέντο να

ταράξει νερά της καθημερινότητας έγκαιρος, όπως πριν από μια εκατονταετία ο

Emile Zola.

Κατηγορώ τα χρόνια που πέρασαν, χωρίς να γίνει ο κόσμος καλύτερος.

Η πορεία θα έπρεπε να είναι ανοδική και η εξέλιξη μας να είχε να κάνει πρώτα

με την ομορφιά και την καλοσύνη της ψυχής του ανθρώπου.

Δεν θεωρείται εξέλιξη του ανθρώπινου είδους όταν αυτός βγάζει ακόμα τα

χαμηλότερα και κτηνώδη ένστικτα του, αυτά που είχε όταν ξεκίνησε την

διαδρομή του σαν πίθηκος στην ζούγκλα.

Κάτι δεν πήγε καλά λοιπόν..

σε εκείνους, στους άλλους, σε σένα ,σε μένα

Μακάρι να είχα κι εγώ ακόμα την αθωότητα του ήρωα των παιδικών μου

χρόνων. Την αθωότητα του «Μικρού Πρίγκιπα». Μακάρι να μη ήταν

πραγματικότητα όσα βλέπω, όσα ζω και όσα διαβάζω. Μακάρι να πιστέψω

πάλι ότι αυτός ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος.

Βασίλης Ασβεστόπουλος

Hallo Europa! Γεια σου Ευρώπη! Hi Europe!

Ein Europa - viele Sprachen!

Μια Ευρώπη πολλές γλώσσες!

We are living in one European Continent using many languages. 

Hier startet der Versuch, ein blog mit 3 der vielen Sprachen zu beginnen. Ας δοκιμάσουμε να καλύψουμε τρεις από τις πολλές γλώσσες. Let’s try to build a trilingual blog!